107 χρόνια από τις σφαγές

Κάθε 19η Μαΐου η σκέψη μας επιστρέφει σε όλους αυτούς που χάθηκαν στις πορείες θανάτου, στην πείνα, στις εκτελέσεις και στην εξορία. Η ημέρα αυτή κουβαλά τον πόνο του ξεριζωμού, αλλά και την ευθύνη να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη για έναν λαό που πλήρωσε βαρύ τίμημα για την ταυτότητα, την πίστη και την παρουσία του στις πατρογονικές εστίες.

Όμως η μνήμη δεν εξαντλείται σε μια επίσημη επέτειο


Η μνήμη που δεν σβήνει

107 χρόνια μετά την πιο σκληρή φάση της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, η μνήμη μας επιστρέφει στον Εύξεινο Πόντο: στην Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα, την Κερασούντα, την Αμάσεια, στα χωριά και στις πολιτείες όπου ένας ακμαίος Ελληνικός κόσμος έζησε, δημιούργησε και κράτησε ζωντανή τη γλώσσα, την πίστη και την ταυτότητά του.

Οι Έλληνες του Πόντου δεν υπήρξαν ένας περιθωριακός πληθυσμός μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στις αρχές του 20ού αιώνα αριθμούσαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και είχαν έντονη παρουσία στην οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή της περιοχής. Σχολεία, εφημερίδες, τυπογραφεία, λέσχες, θέατρα και το ιστορικό «Φροντιστήριο της Τραπεζούντας» αποτύπωναν έναν λαό που προόδευε χωρίς να αποκόπτεται από τις ρίζες του.

Αυτή η πρόοδος, όμως, μέσα στο κλίμα του ανερχόμενου εθνικισμού, μετατράπηκε σε στόχο. Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων το 1908, οι υποσχέσεις για ισονομία και μεταρρυθμίσεις διαψεύστηκαν. Στη θέση τους ήρθε ένα σχέδιο εκτουρκισμού, με διώξεις εναντίον των Χριστιανικών πληθυσμών και μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην εξόντωση και τον αφανισμό.


Οι πορείες θανάτου και η εξορία

Οι εκτοπισμοί προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, τα διαβόητα τάγματα «Αμελέ Ταμπουρού», οι καταναγκαστικές εργασίες, η πείνα, οι αρρώστιες και οι κακουχίες έγιναν «όπλα χωρίς μπαρούτι».

Δεν επρόκειτο μόνο για μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά για μια οργανωμένη διαδικασία εξάντλησης

Άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, οικογένειες χωρίστηκαν, χωριά ερημώθηκαν και ολόκληρες κοινότητες χάθηκαν στον δρόμο της εξορίας.

Η 19η Μαΐου 1919, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, σηματοδοτεί τη δεύτερη και αγριότερη φάση της Γενοκτονίας. Από εκεί και έπειτα, οι σφαγές, οι πυρπολήσεις, οι απαγχονισμοί, οι διώξεις και οι εκτοπίσεις κορυφώθηκαν, οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες Ποντίους στον θάνατο ή στην προσφυγιά.

Όσοι επέζησαν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Άλλοι κατέφυγαν στη Νότια Ρωσία και άλλοι ήρθαν στην Ελλάδα, φέρνοντας μαζί τους όχι μόνο τον πόνο της απώλειας, αλλά και μια τεράστια πολιτιστική κληρονομιά.

Με τη δουλειά, την πίστη και την αντοχή τους, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας, ιδιαίτερα στη Μακεδονία και τη Θράκη.


Η 19η Μαΐου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία

Το 1994 η Βουλή των Ελλήνων ανακήρυξε τη 19η Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού». Όμως η μνήμη δεν εξαντλείται σε μια επίσημη επέτειο. Ζει μέσα από τις αφηγήσεις – μαρτυρίες, μέσα από τους ήχους της λύρας, στα μοιρολόγια και στις οικογενειακές ιστορίες.

Η 19η Μαΐου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Είναι μια πληγή που παραμένει ανοιχτή στη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού, μια ημέρα σιωπής, τιμής απέναντι στους Έλληνες του Πόντου που γνώρισαν τον ξεριζωμό, τις πορείες θανάτου, την πείνα, τις εκτελέσεις και την εξορία.

107 χρόνια μετά, το αίτημα παραμένει βαθιά ανθρώπινο και ιστορικά αναγκαίο: να μη σβηστεί η αλήθεια και να προχωρήσει η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Γιατί η μνήμη των Ποντίων δεν είναι μόνο πένθος. Είναι αντίσταση στη λήθη, δικαίωση των νεκρών και υπόσχεση ότι ο ξεριζωμός ενός λαού δεν θα μετατραπεί ποτέ σε υποσημείωση της Ιστορίας.


Απέναντι στους αρνητές της Γενοκτονίας

Μοιραστείτε το