Τάγματα Εργασίας – Αμελέ Ταμπουρού


Τα Τάγματα Εργασίας ή αλλιώς «Αμελέ Ταμπουρού», αποτέλεσαν μέρος ενός σχεδίου της Τουρκίας, κατά των μειονοτήτων. Στα τάγματα αυτά αναγκάζονταν να εργαστούν άνδρες, σε βαριές εργασίες υπό απάνθρωπες συνθήκες.

Μία από τις μεθόδους εθνοκάθαρσης, που χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους…


Τάγματα του θανάτου

Τα τάγματα εργασίας, αποτέλεσαν τα σκληρά μέτρα που λήφθηκαν από τη Τουρκική ηγεσία, ώστε να εξαλειφθούν οι μειονότητες εντός της Τουρκίας. Δεν απέβλεπαν στην άμεση εξόντωση, αλλά στη σταδιακή ψυχολογική και σωματική εξασθένιση των επιταγμένων (κυρίως Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι). Όμως στη συνέχεια θα οδηγούσαν στο θάνατο από τη πείνα, τις κακουχίες και τις αρρώστιες.

Τα «Αμελέ Ταμπουρού» ονομάστηκαν τάγματα βασανισμού και θανάτου, αφού οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες. Ενώ το φαγητό και το νερό ήταν πάντα λιγότερο από το κανονικό. Αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου του Τούρκικου κράτος, κατά των μειονοτήτων, επιτυγχάνοντας πλήρως το στόχο τους. Τόσο άθλιες ήταν οι συνθήκες και τόση η κακομεταχείρισή τους, ώστε ελάχιστοι απ’ αυτούς επέζησαν.

Οι κρατούμενοι εκτελούσαν δημόσια έργα, ως σύγχρονοι σκλάβοι που η ζωή τους δεν είχε καμία αξία

Τους έστελναν στα τάγματα εργασίας, για να σπάζουν πέτρες, να ανοίγουν δρόμους στα βουνά, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, βροχές, χιόνια κλπ. Με την εργασία των Ελλήνων κατασκευάστηκε μεταξύ άλλων ο δρόμος από το Ερζερούμ μέχρι το Ουλουκίσλα.

Τα Αμελέ Ταπουρού ήταν στη πραγματικότητα τάγματα εξόντωσης των στρατευμένων Χριστιανών και εφαρμόστηκαν σε δύο περιόδους:

  • Αρχικά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτούργησαν ως βοηθητικά σώματα διεκπεραίωσης εργασιών.
  • Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ως σώματα ανακατασκευής των ζημιών που είχε προξενήσει ο Ελληνικός στρατός, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος του 1918, περίπου 250.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους στα τάγματα εργασίας.

Ο πρόξενος της Ελλάδας στο Ικόνιο, σε έκθεσή του με ημερομηνία 7 Μαρτίου 1917, έγραψε χαρακτηριστικά για τα τάγματα εργασίας:

«Ο νόμος για την ίδρυση εργατικών ταγμάτων αποκλειστικά από Χριστιανούς καταστρέφει και εξοντώνει βαθμιαία αλλ’ ασφαλώς τους Έλληνες της Τουρκίας.

Οι δυστυχείς αυτοί στρατολογούμενοι και κατατασσόμενοι στα εργατικά τάγματα στέλλονται προς διάφορες κατευθύνσεις στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, από τα παράλια της Μικράς Ασίας και του Ευξείνου Πόντου, στα πέρατα της Βαγδάτης, του Καυκάσου, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Άλλοι μεν για τη κατασκευή στρατιωτικών δρόμων, άλλοι για τη διάνοιξη σηράγγων για το σιδηρόδρομο Βαγδάτης, άλλοι για την καλλιέργεια αγρών κλπ.

Χωρίς κανένα μισθό, κακώς τρεφόμενοι και ενδυόμενοι, εκτιθέμενοι στις καιρικές συνθήκες, στον καυτό ήλιο της Βαγδάτης και στο αφόρητο ψύχος του Καυκάσου. Προσβαλλόμενοι από ασθένειες, πυρετούς, εξανθηματικό τύφο, χολέρα, πεθαίνουν κατά χιλιάδες…».


Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Η είσοδος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησε στη λήψη μέτρων κατά των Χριστιανικών πληθυσμών. Τα οποία αποτέλεσαν το κύριο μέσο πίεσης των μειονοτήτων:

  • Επιτάξεις διαφόρων ειδών για τις ανάγκες του πολέμου.
  • Εμπόδια στην άσκηση των εμπορικών και οικονομικών δραστηριοτήτων Ελλήνων και Αρμενίων.
  • Μετατοπίσεις Χριστιανικών χωριών προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας.
  • Δημιουργία των ταγμάτων εργασίας.

Κατά κύριο λόγο το σχέδιο αυτό εφαρμόστηκε έπειτα από υποδείξεις των Γερμανών, συμμάχων των Οθωμανών. Οι οποίοι προσδοκούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στην Αυτοκρατορία και να διαδραματίσουν ενεργότερο ρόλο στον οικονομικό και εμπορικό τομέα.

Η Τουρκία προχώρησε σε επιστράτευση όλων των Οθωμανών υπηκόων. Όσοι άνδρες ήταν άνω των 45 ετών δε στρατεύονταν, αλλά σχημάτιζαν τα τάγματα εργασίας. Το μέτρο αυτό ήταν υποχρεωτικό και οι Χριστιανικοί πληθυσμοί αρχικά δεν είχαν τη δυνατότητα εξαγοράς της θητείας. Οι άνδρες 20 – 45 ετών επιστρατεύθηκαν με το πρόσχημα της συμμετοχής τους στον πόλεμο. Κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε, επανδρώνοντας με τη σειρά τους τάγματα εργασίας.

Σταδιακά άρχισαν να φθάνουν πληροφορίες για τα δεινά και τις κακουχίες των επιστρατευμένων. Όσοι επρόκειτο να παρουσιαστούν δίσταζαν. Η Τουρκική ηγεσία εξέδωσε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία αυτοί που δεν παρουσιάζονταν εντός 11 ημερών, θα χαρακτηρίζονταν ως λιποτάκτες, θα συλλαμβάνονταν και θα δικάζονταν.


Συνθήκες εργασίας – Αρρώστιες

Κύρια ασχολία των αιχμαλώτων ήταν η διάνοιξη δρόμων, σηράγγων, το χτίσιμο γεφυριών και οι εργασίες σε λατομεία και ορυχεία. Τα μέσα που τους διατέθηκαν ήταν πενιχρά και σε συνδυασμό με την ελλιπή διατροφή και τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης, οδήγησαν στην εξάντληση.

Αργότερα, όταν οι ανάγκες του πολέμου έγιναν πιο επιτακτικές, οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να εκτελέσουν κάθε έργο που θα κάλυπτε τις πολεμικές ελλείψεις. Επίσης, κατά τη περίοδο της συγκομιδής της σοδειάς, οι Έλληνες εργάστηκαν και σε κτήματα. Ελλείψει των Τούρκων αγροτών, που ήταν επιστρατευμένοι.

Αρρώστιες, όπως ο τύφος και η δυσεντερία, οδήγησαν χιλιάδες άνδρες στο θάνατο

Οι αιχμάλωτοι στοιβάζονταν σε αποθήκες και παραπήγματα, έκθετοι σε μολυσματικές ασθένειες που μεταδίδονταν από όσους είχαν ήδη προσβληθεί. Οι φρουροί δίσταζαν να τους πλησιάσουν εξαιτίας της μεταδοτικότητας των ασθενειών. Όταν κατέφθασαν οι πρώτοι γιατροί, σημειώθηκε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Πολλοί στάλθηκαν σε νοσοκομεία, τους χορηγήθηκε μια στοιχειώδης φαρμακευτική αγωγή, πλύθηκαν, άλλαξαν ρούχα και βελτιώθηκε το συσσίτιο.

Επιτροπή των Μεγάλων Δυνάμεων ανά τακτά διαστήματα επιθεωρούσε την κατάσταση των αιχμαλώτων και τις συνθήκες διαβίωσης τους. Η Τούρκικη ηγεσία μεριμνούσε ώστε να απομακρύνονται τα πτώματα των νεκρών από την ύπαιθρο. Επιπλέον, στο στρατόπεδο παρέμεναν όσοι ήταν καλύτερα συντηρημένοι, ενώ οι υπόλοιποι κρύβονταν μέχρι την αποχώρηση της επιτροπής.


Ταβάν Ταμπουρού

Οι προσπάθειες διαφυγής, από όσους είχαν τις δυνάμεις, δεν περιορίστηκαν παρά τους βασανισμούς και τις παραδειγματικές εκτελέσεις όσων συλλαμβάνονταν. Οι δραπέτες, βρισκόμενοι στην ενδοχώρα, αγωνίζονταν να επιβιώσουν παρά τις αντίξοες συνθήκες που επικρατήσουν.

Η τύχη όσων συλλαμβάνονταν επ’ αυτοφώρω να δραπετεύουν ήταν σκληρή…

Εξυβρίζονταν και μαστιγωνόταν για την απείθεια τους, παρουσία των υπολοίπων κρατουμένων. Στη συνέχεια, εκτελούνταν είτε δια πυροβολισμού είτε δια απαγχονισμού.

Τα πτώματα των απαγχονισμένων κρέμονταν σε δέντρα επί μακρό χρονικό διάστημα, προς παραδειγματισμό. Όσοι διέφευγαν και καταδιώκονταν στα δάση πυροβολούνταν εξ αποστάσεως. Επίσης, οι αιχμάλωτοι που εντοπίζονταν στα βουνά εκτελούνταν επιτόπου. Ενώ όσοι είχαν λιποτακτήσει από τις αναρρωτικές άδειες συλλαμβάνονταν από την αστυνομία, οδηγούνταν στα κρατητήρια και από εκεί στέλνονταν ξανά στα τάγματα εργασίας.

Όσοι επέστρεφαν στα χωριά τους δεν είχαν αποφύγει τον κίνδυνο. Όταν διαπιστωνόταν η φυγή τους από το τάγμα εργασίας ειδοποιούταν η αστυνομία. Η οποία έκανε έφοδο στο σπίτι του δραπέτη και σε άλλα σπίτια συγγενών, προς αναζήτησή του.

Την περίοδο εκείνη δημιουργήθηκαν τα «Ταβάν Ταμπουρού», τα κρησφύγετα δηλαδή των δραπετών

Οι Έλληνες αναγκάζονταν να ζουν σε υπόγεια, σοφίτες, ή εντοιχισμένες στον τοίχο ντουλάπες. Οι έξοδοί τους από τις κρυψώνες ήταν ελάχιστες, υπό τον κίνδυνο μιας εφόδου των Τούρκων ή των Τσετών ανταρτών. Μέσω συνθηματικών, οι κάτοικοι προειδοποιούσαν για την παρουσία Τούρκων στο χωριό. Πολλοί φυγόστρατοι και δραπέτες αναγκάστηκαν να διαμείνουν σε κρυψώνες στην ύπαιθρο, για να μη θέσουν σε κίνδυνο τις οικογένειές τους. Γυναίκες και παιδιά αναλάμβαναν διακινδυνεύοντας τον εφοδιασμό των φυγάδων.

Όταν η Τουρκική ηγεσία αναγκάστηκε να παραχωρήσει κάποιες αναρρωτικές άδειες στους αιχμαλώτους, σημειώθηκαν εκατοντάδες λιποταξίες.


– Διαβάστε επίσης: Τι είναι η Λευκή Γενοκτονία