Σάλο και αναίτιες αντιδράσεις στη Τουρκία έχει προκαλέσει η τοποθέτηση ενός εντυπωσιακού αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον προαύλιο χώρο του ιστορικού «Σαντιρβάν» στο κέντρο της Δράμας.
Η καλλιτεχνική αυτή παρέμβαση στάθηκε η αφορμή για ένα ακόμη επιθετικό αφήγημα
Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου
Ένα εντυπωσιακό άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έργο του σπουδαίου γλύπτη Γιάννη Παππά, τοποθετήθηκε στον προαύλιο χώρο του ιστορικού κτηρίου «Σαντιρβάν» στη Δράμα και προκάλεσε αναίτιες αντιδράσεις και επιθετικά δημοσιεύματα από μέσα ενημέρωσης της γειτονικής χώρας.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική: ένα μνημείο που κινδύνευε με κατάρρευση σώθηκε, αναπαλαιώθηκε υποδειγματικά και πλέον αποτελεί έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη πρέπει να ενώνει και όχι να χωρίζει.
Η επιλογή να φιλοξενηθεί το εμβληματικό έργο του σπουδαίου Έλληνα γλύπτη Γιάννη Παππά, το οποίο απεικονίζει τον Μακεδόνα στρατηλάτη πάνω στον θρυλικό Βουκεφάλα, αντιμετωπίστηκε από τον τουρκικό Τύπο με έναν πρωτοφανή επικοινωνιακό παραξενισμό. Μετατρέποντας μια καθαρά πολιτιστική πρωτοβουλία σε δήθεν γεωπολιτική «πρόκληση».
Το χρονικό της τοποθέτησης και το τουρκικό παραλήρημα
Η μεταφορά και τοποθέτηση του αγάλματος στους κεντρικούς δρόμους της Δράμας και τελικά στον προαύλιο χώρο του «Σαντιρβάν» τράβηξε αμέσως τα βλέμματα των κατοίκων.
Πρόκειται για μια σημαντική πρωτοβουλία που υλοποιήθηκε χάρη στις ενέργειες της οικογένειας του αείμνηστου Κώστα Αποστολίδη, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην υποδειγματική διάσωση και αναπαλαίωση του ιστορικού αυτού μνημείου.
Ωστόσο, η παρουσία του αγάλματος, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έξω από το πρώην τέμενος ερμηνεύτηκε από εθνικιστικούς κύκλους της Τουρκίας ως «ιδεολογική παρέμβαση».
Σε δημοσιεύματα με ιδιαίτερα φορτισμένο και επιθετικό ύφος, υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα επιχειρεί να αποκόψει το μνημείο από τις «ισλαμικές και τουρκικές ρίζες» του, εφαρμόζοντας μια συστηματική πολιτική «εξελληνισμού» των οθωμανικών κτηρίων.
Η ρητορική αυτή, αν και γνώριμη στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ξεπερνά κάθε όριο λογικής, καθώς παρουσιάζει μια καλλιτεχνική και μουσειακή σύμπραξη ως εχθρική ενέργεια.
Η πραγματική ιστορία του «Σαντιρβάν» στη Δράμα
Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της τουρκικής διαστρέβλωσης, αρκεί να κοιτάξει τα ιστορικά δεδομένα του ίδιου του κτηρίου.
Το «Σαντιρβάν», που βρίσκεται στην «καρδιά» της Δράμας, υπήρξε πράγματι οθωμανικό τζαμί, με τον μιναρέ του να χρονολογείται από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα. Ανακαινίστηκε το 1806 από τον Μεχμέτ Χαλίλ Αγά και λειτούργησε ως λατρευτικός χώρος μέχρι το 1922.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το κτήριο άλλαξε ριζικά χρήση
Στέγασε οικογένειες προσφύγων που αναζητούσαν μια νέα πατρίδα, ενώ από το 1927 έως το 1981 φιλοξένησε το τυπογραφείο της ιστορικής τοπικής εφημερίδας «Θάρρος». Το 1983 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο, αλλά με το πέρασμα των δεκαετιών αφέθηκε στη φθορά του χρόνου και κινδύνευσε με κατάρρευση.
Η σωτηρία του ήρθε όταν αγοράστηκε από την εταιρεία «Raycap» αείμνηστου Κώστα Αποστολίδη. Με απόλυτο σεβασμό στην αρχιτεκτονική του ταυτότητα, το κτήριο αποκαταστάθηκε πλήρως και μετατράπηκε σε έναν σύγχρονο, πρότυπο πολιτιστικό χώρο.
Από τον Δεκέμβριο του 2022, σε συνεργασία με το «Μουσείο Μπενάκη», το «Σαντιρβάν» φιλοξενεί εξαιρετικές εκθέσεις υψηλού επιπέδου, αποτελώντας έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού για ολόκληρη τη Μακεδονία.
Πολιτισμός εναντίον μικροπολιτικής σκοπιμότητας
Είναι σαφές ότι η προσπάθεια των τουρκικών ΜΜΕ να παρουσιάσουν τη φιλοξενία του αγάλματος ως «Ελληνική ντροπή» στερείται σοβαρού επιχειρήματος.
Αντί η Άγκυρα να αναγνωρίσει τον υποδειγματικό τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα συντηρεί, αναδεικνύει και εντάσσει στην κοινωνική ζωή μνημεία της οθωμανικής περιόδου, επιλέγει να εργαλειοποιήσει την τέχνη, για να δημιουργήσει τεχνητές εντάσεις.
Η μετατροπή ενός ερειπωμένου κτηρίου σε πνευματικό φάρο, που φιλοξενεί από ιστορικά κειμήλια της Μικράς Ασίας μέχρι κορυφαία έργα τέχνης αποτελεί δείγμα πολιτιστικού πλούτου και όχι «ντροπής».
Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν τοποθετήθηκε εκεί για να «αλλοιώσει» την ιστορία, αλλά για να την εμπλουτίσει μέσα από τη ματιά της σύγχρονης γλυπτικής, στο πλαίσιο των περιοδικών εκθέσεων που διοργανώνει το «Μουσείο Μπενάκη».
Η Δράμα και οι άνθρωποί της συνεχίζουν να προστατεύουν την ιστορική μνήμη σε όλες τις εκφάνσεις της, αποδεικνύοντας ότι τα μνημεία πρέπει να ενώνουν και να εμπνέουν, αντί να γίνονται αντικείμενο φτηνής μικροπολιτικής εκμετάλλευσης και εθνικιστικών παραληρημάτων.