Η Ποντιακή Λύρα

Η Ποντιακή λύρα είναι το κατ΄ εξοχήν λαϊκό μουσικό όργανο των Ποντίων. Φέρεται επίσης και με το όνομα «κεμεντζές» (αρσενικό) ή «κεμεντζέ» (θηλυκό). Ανήκει στη κατηγορία των εγχόρδων τοξοτών μουσικών οργάνων, δηλαδή που χειρίζονται με δοξάρι (τόξο), στα Ποντιακά: «τοξάρ‘».

Το παραδοσιακό μουσικό όργανο των Ποντίων


Η λύρα στην Αρχαία Ελλάδα

Εφευρέτης της λύρας, ο θεός Ερμής μας λέει η μυθολογία. Ο οποίος τη χάρισε στον Απόλλωνα που δεν την αποχωρίστηκε ποτέ, κάνοντας τη σύμβολο της ποίησης και της μουσικής. Οι σχέσεις των Ελλήνων με τη λύρα μας γυρνούν πίσω στην εποχή της λυρικής ποίησης. Που αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα και πήρε το όνομα της από το γεγονός ότι η ποίηση αυτή, τραγουδιόταν και χορεύονταν πάντα με τη συνοδεία της λύρας.

Οι χορδές της λύρας στην αρχαιότητα, πάλλονταν με τα δάχτυλα, ενώ το δοξάρι της προστέθηκε στα χρόνια του Βυζαντίου, ανάμεσα στον 8ο και στον 10ο αιώνα. Η Ορθόδοξη εκκλησία δεν χρησιμοποιούσε μουσικά όργανα, όμως η λύρα ήταν δημοφιλής στην κοσμική μουσική του Βυζαντίου.

Με διάφορες παραλλαγές στη σημερινή εποχή, συναντάμε εκτός από τη Ποντιακή λύρα, την Κρητική, την Πολίτικη, την Θρακική και την Λημνιακή. Η Ποντιακή λύρα είναι η μοναδική που παίζεται με την ψίχα των δακτύλων και όχι με το νύχι όπως οι άλλες.


Η λύρα στον Πόντο

Η Ποντιακή λύρα, αποτέλεσε το αποκούμπι των προσφύγων στις ώρες του μεγάλου πόνου. Πρόκειται για το ισχυρό σύμβολο της πολιτιστικής τους ταυτότητας, που κρατάει ζωντανές τις μνήμες και τους ενώνει με τις ρίζες τους.

Η δοξαρωτή Ποντιακή λύρα, εμφανίστηκε στον Πόντο ανάμεσα στον 10ο και 12ο αιώνα, ως συνέχεια της βυζαντινής και της πολυφωνικής μουσικής. Ανάλογα μουσικά όργανα έχουν βρεθεί στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και την κυρίως Ελλάδα.

Η Ποντιακή λύρα συναντάται επίσης και ως «ο κεμεντζές» ή «η κεμεντζέ»

Η ετυμολογία των ονομασιών αυτών σύμφωνα με μία εκδοχή πηγάζει από τη Περσική λέξη «καμάτσια», που επίσης ήταν ένα είδος λύρας στη Β. Περσία τον 10ο αιώνα μ.Χ.. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, την αρχαία Ελληνική λέξη «κέλης» που σημαίνει σκάφος ή από το ρήμα «κέλομαι» που σημαίνει παροτρύνω (με μετάπτωση του λ σε μ).

Οι ίδιοι οι οργανοπαίχτες ήταν και οι κατασκευαστές των λυρών, που φτιάχνονταν με τρεις μονές χορδές, με τρεις χορδοδέτες στην κεφαλή, φιαλόσχημο ηχείο και κοντό λαιμό. Χρησιμοποιούσαν ένα μονοκόμματο ξύλο που πάνω του κολλούσαν το καπάκι και οι χορδές γίνονταν από έντερα ζώων ή από μετάξι.


Μέρη της λύρας

Η μορφή της Ποντιακής λύρας είναι φιαλόσχημη και αποτελείται από τα εξής μέρη:

Μέρη της λύρας
  1. Το κιφάλ‘ (κεφαλή).
  2. Τα ωτία (αυτιά, χορδοδέτες, τρία τον αριθμό, όσα και οι χορδές).
  3. Η γούλα (λαιμός).
  4. Η γλώσσα ή σπαρέλ‘ ή σπαλέρ‘.
  5. Τα τρυπία (τρύπες, 4 στο καπάκι, 2 στο επάνω μέρος και 2 κάτω δεξιά και αριστερά από τις χορδές).
  6. Τα μάγ’λα (μάγουλα, έχουν δύο τρύπες, μία στο επάνω και μία στο κάτω μέρος).
  7. Το καπάκ‘ (καπάκι).
  8. Η ράχια (ράχη).
  9. Ο γάιδιαρον (επάνω του ακουμπούν οι χορδές).
  10. Τα κόρδας (χορδές). Αρχικά ήταν αποξηραμένα έντερα Ζώου, έπειτα έγιναν μεταξωτές. Και από το 1920 μεταλλικές.
  11. Τα ρωθώνια ή σκωλέκια (ρουθούνια ή σκουλήκια).
  12. Το παλληκάρ‘ (παλικάρι) το οποίο χρησιμεύει για να στερεώνονται οι χορδές.
  13. Το στουλάρ‘ είναι το ξύλο που βρίσκεται μέσα στο σκάφος της λύρας. Από τη μία πλευρά ακουμπάει στη πλάτη και από την άλλη στο καπάκι, από τα δεξιά πλευρά, όπως βλέπουμε τη λύρα, κάτω ακριβώς από τον «γάιδαρο» και δίπλα από το δεξί «ρουθούνι». Συνήθως στο μέσον, ώστε να ξεχωρίσει τις ψιλές φωνές από τις χαμηλές (ζιλ-καπάν).

Το μέγεθος της λύρας (κεμεντζέ) ήταν συνήθως 45-60 εκατοστά. Από το λαιμό (γούλα) μέχρι το σημείο όπου τοποθετείτο ο «γάιδαρος», ήταν τα δύο τρίτα του μεγέθους της λύρας χωρίς το κεφάλι. Το δε πλάτος της ήταν 7-11 εκατοστά, όσο και το μέγεθος του λαιμού.

Οι σημερινές Ποντιακές λύρες αποτελούνται από ανεξάρτητα μεταξύ τους κομμάτια ξύλου από δαμασκηνιά (κοκκύμελον), μουριά, σφεντάμι, κισσό ή καρυδιά. Και για το καπάκι χρησιμοποιείται συνήθως ξύλο πεύκου ή έλατου.


Χορδές – Δοξάρι

Οι χορδές της Ποντιακής λύρας είναι ίδιες με αυτές του βιολιού. Για τη κατασκευή του δοξαριού χρησιμοποιείται σκληρό ξύλο που περιέχει τρίχες από αλογοουρά. Το τόξο ή «τοξάρ» ή «δοξάρι» είναι το κυριότερο εργαλείο του λυράρη και για το λόγο αυτό, εκεί δίνεται η μεγαλύτερη έμφαση του κατασκευαστή.

Ένας έμπειρος λυράρης με ένα καλό δοξάρι, μπορεί να καταφέρει ακόμα και επτά δοξαριές ανά δευτερόλεπτο.


Κεμανές

Παραλλαγή της λύρας είναι ο «Κεμανές». Μοιάζει πολύ στο σχήμα με τη λύρα, αλλά είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος και έχει πέντε κύριες χορδές και τρεις βοηθητικές.

Ο «Κεμανές» ή η «Κεμανή» των Ελλήνων της Καππαδοκίας και του Ατά-Παζάρ’ (Βιθυνία) έχει διαφορές στη κατασκευή και στο ρεπερτόριο, ενώ έχει και μεγαλύτερες τεχνικές δυνατότητες. Στη πραγματικότητα η τετράχορδη αυτή λύρα, ο «Καππαδοκικός Κεμανές», είναι πιο κοντά με το Ευρωπαϊκό Αναγεννησιακό όργανο «λύρα ντα μπράτσο».


Ποντιακή Λύρα: Σταύρου Θοδωρής

Δείτε στο παρακάτω video, τον Σταύρου Θοδωρή καθηγητή Ποντιακής Λύρας στη Σχολή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.