Μητροπολίτης Χρύσανθος

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος, δίδαξε ήθος, ανδρεία και πατριωτισμό. Είναι ίσως η σπουδαιότερη προσωπικότητα της νεώτερης ιστορίας του Πόντου και της Ελλάδας.

Αγάπησε τον Πόντο και τους Ποντίους και ταυτίστηκε μ’ αυτούς


Βιογραφία – Δράση

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος, κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, γεννήθηκε στην Κομοτηνή της όμορφης και ευλογημένης Θράκης μας, το 1881. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην Ξάνθη και στη συνέχεια εισήχθη στην «Θεολογική Σχολή της Χάλκης» από την οποία αποφοίτησε το 1904.

  • Το 1911 τελειώνει τις σπουδές του και επιστρέφει στην Πόλη, όπου ο Μεγάλος Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ ο Μεγαλοπρεπής τον κρατά κοντά του και τον διορίζει Αρχειοφύλακα των Πατριαρχείων.
  • Στις 18 Μαΐου του 1913 ο Χρύσανθος εκλέγεται Μητροπολίτης Τραπεζούντος επι της Πατριαρχίας του Γερμανού του Ε’ (1913 – 1918). Η ενθρόνιση του Χρυσάνθου συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα.
  • Στις 3 Απριλίου 1916 δέχεται τον Ρωσικό Στρατό στην Τραπεζούντα. Οι Τούρκοι κάτοικοι της περιοχής ζητούν από τον Χρύσανθο την προστασία του, και εκείνος ανταποκρίνεται με όλη του την καρδιά σε αυτό το αίτημα. Ένα χρόνο μετά όμως τα πράγματα αλλάζουν. Η Οκτωβριανή Επανάσταση, αναγκάζει τον Ρωσικό στρατό να εγκαταλείψει τον Πόντο. Τώρα οι Ρώσοι είναι αυτοί πού ζητούν την προστασία του Χρυσάνθου, φοβούμενοι τις αντιδράσεις των Τούρκων.
  • Τον Δεκέμβριο του 1918 επισκέπτεται μαζί με τον Τοποτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου τον Μητροπολίτη Προύσης Δωρόθεο, το Λονδίνο, το Παρίσι και τον Σαν Ρἐμο συζητώντας με τους ηγέτες τα θέματα της Εκκλησίας, αλλά και των Ρωμηών της Μικράς Ασίας.
  • Το 1919 στην Συνδιάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι παραβρίσκεται και ο ίδιος μαζί με μια αντιπροσωπεία Ποντίων, προσπαθώντας να προωθήσουν την ανεξαρτησία του Ποντιακού ζητήματος, καταθέτοντας μάλιστα και ένα Υπόμνημα με ημερομηνία 2 Μαΐου 1919. Η καταστροφή της Σμύρνης και γενικά του Μικρασιατικού Ελληνισμού, βρίσκει τον Χρύσανθο, τον Τελευταίο Αργοναύτη και Άγγελο της Εκκλησίας της Τραπεζούντος πρόσφυγα στην Αθήνα. Εκεί το Πατριαρχείο μας, τον διορίζει Αποκρισάριό του.
  • Το 1926 στέλνεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Αλβανία για να διευθετήσει το θέμα της αναγνωρίσεως της Αλβανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  • Το 1928 και το 1930 επισκέπτεται το Άγιον Όρος για την συγκρότηση της Πανορθοδόξου Συνόδου.
  • Το 1929 επισκέπτεται το Βελιγράδι, τη Σόφια και το Βουκουρέστι για την ενημέρωση των Εκκλησιών αυτών, σχετικά με το θέμα της Εκκλησίας της Αλβανίας.
  • Το 1931 επισκέπτεται την Συρία και το Πατριαρχείο Αντιοχείας και μαζί με τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων διευθετούν το θέμα πού είχε προκύψει εκεί σχετικά με την αναγνώριση του Πατριάρχου Αντιοχείας Αλεξάνδρου του Γ’, ενώ την ίδια χρονιά επισκέπτεται και την Κύπρο για την επίλυση του προβλήματος, ύστερα από την εξορία των Μητροπολιτών Κιτίου Νικοδήμου και Κυρηνείας Μακαρίου από τις Αγγλικές Αρχές.
  • Το 1937 αναγορεύεται επίτιμος Διδάκτωρ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πιο συγκεκριμένα στην Θεολογική Σχολή, για το συγγραφικό και κοινωνικό έργο του.
  • Στις 13 Δεκεμβρίου 1939 ο τελευταίος «Άγγελος» της Εκκλησίας της Τραπεζούντας Χρύσανθος εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Και ως Αρχιεπίσκοπος ξεδιπλώνει τα πολλά του προσόντα. Ρυθμίζει σε συνεργασία με την πολιτεία πολλά εκκλησιαστικά ζητήματα.


Σεβαστή προσωπικότητα και από τους Τούρκους. Γι αυτό και όταν επίκειτο η κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους το 1916, σ’ αυτόν την παρέδωσαν. Λέγοντας την ιστορική εκείνη φράση:

«Από σας την πήραμε αυτή την πόλη, σ’ εσάς την παραδίδουμε…»

Με την έλευσή του στην Ελλάδα μετά τον ξεριζωμό, διορίσθηκε αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παράλληλα ασχολήθηκε με το Ποντιακό στοιχείο που τόσο αγάπησε, αλλά και αγαπήθηκε από αυτό.


Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

Με δική του ιδέα και πρωτοβουλία ιδρύθηκε το 1927 η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών. Η οποία έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη συγγραφή και διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του Ποντιακού Ελληνισμού.

Πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής από την ίδρυσή της μέχρι την ημέρα που κοιμήθηκε, πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες. Τόσο συγγράφοντας ο ίδιος όσο και συγκεντρώνοντας το πολύτιμο υλικό που κατέθεταν οι Πόντιοι της πρώτης γενιάς.

Πολύτιμος συνεργάτης του ο Γραμματέας της Επιτροπής, αρχιμανδρίτης Άνθιμος Παπαδόπουλος, ο οποίος τον διαδέχθηκε στην προεδρία μετά την κοίμηση του.


Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος

Στον θρόνο του, ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, παρέμεινε μέχρι την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς.

Οι λόγοι της απώλειας του Αρχιεπισκοπικού του θρόνου ήταν δύο. Ο πρώτος ότι αρνήθηκε να χοροσταστήσει σε λειτουργία στη Μητρόπολη, παρουσία των Γερμανικών αρχών κατοχής. Ενώ ο δεύτερος λόγος, ότι αρνήθηκε να ορκίσει την δοτή κυβέρνηση Τσολάκογλου.

Τις ενέργειες αυτές συνόδευαν τα ιστορικά εκείνα λόγια:

«Ο αρχηγός της εκκλησίας δεν παραδίδει την πρωτεύουσα της πατρίδος του εις ουδένα ξένον. Ο αρχηγός της εκκλησίας ένα καθήκον έχει. Να φροντίσει δια την απελευθέρωσίν της»


Δίδαξε ήθος και ανδρεία

Έζησε το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη. Κοιμήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1949, σε ηλικία 68 χρονών. Στην κηδεία του, στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας, του απεδόθησαν οι τιμές Πρωθυπουργού εν ενεργεία. Η ταφή του έγινε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1991 τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Νέα Ιερά Μονή της Παναγίας του Σουμελά στο Βέρμιο της Ημαθίας

Με τη στάση του κατά τη Γερμανική κατοχή το 1940, ο Μητροπολίτης Χρύσανθος δίδαξε ήθος, ανδρεία και πατριωτισμό. Για τον λόγο αυτό, η πατρίδα και η εκκλησία οφείλουν να τον τιμούν όπως του αξίζει.