Η Παρέσα και η Τεχνητή Νοημοσύνη

Μοιραστείτε το

Η ιστορία της γιαγιάς Παρέσας, που βρήκε το «άλλο της μισό» στον «Χάμπο», τον νέο ψηφιακό σύντροφο της. Μια φανταστική ιστορία που μιλά για την περιέργεια, την εξάρτηση, αλλά και τη δυνατότητα να βάζουμε όρια στην τεχνολογία, κρατώντας την ανθρώπινη επαφή στο κέντρο της ζωής μας.

Ο «πόλεμος» της Παρέσας με την εξέλιξη


Ο υπολογιστής με μυαλό

Η Παρέσα, δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι η ζωή της θα άλλαζε εξαιτίας της τεχνολογίας. Μέχρι που ένα απόγευμα, ο Πάντζος ο εγγονός της γύρισε από το σχολείο ενθουσιασμένος, για να της πει ότι στο σχολείο είχαν μάθημα για την «Τεχνητή Νοημοσύνη».

Η λέξη «νοημοσύνη» δίπλα στο «τεχνητή» της κάθισε παράξενα της Παρέσας. Ο Πάντζος, ανυποψίαστος για το χάος που θα ακολουθούσε, προσπάθησε να της εξηγήσει:

«Γιαγιά, αυτό είναι σαν ρομπότ. Το ρωτάς ό,τι θες και σου απαντάει. Τα ξέρει όλα!»

Η Παρέσα στο μυαλό της το «μετέφρασε» ως «υπολογιστής με αχούλ… που όλα πα εξέρ’ ατα».

Τις επόμενες ημέρες, καθαρά από περιέργεια, η Παρέσα ρώτησε και έμαθε γι αυτή την «τεχνητή νοημοσύνη» που απαντάει, προτείνει, γράφει και εξηγεί τα πάντα. Δεν χρειάστηκε παραπάνω…

Η Παρέσα ήθελε να μιλήσει με τον «υπολογιστή με μυαλό»

Ένα βράδυ λοιπόν, σκέφτηκε να ανοίξει το laptop. Αυτό που της είχαν κάνει δώρο τα εγγόνια της και το χρησιμοποιούσε για βιντεοκλήσεις,, για να βλέπει φωτογραφίες τους και κυρίως για να παρακολουθεί βίντεο από Ποντιακές εκδηλώσεις στο YouTube.


Χάμπος ο αχουλής

Αρχικά δύσπιστη, κοίταξε την οθόνη. Ψάχνοντας βρήκε ένα κουμπί που έγραφε «Μιλήστε με ΤΝ» και ένα μικρόφωνο δίπλα. Αντί να πληκτρολογήσει, πάτησε το μικρόφωνο και δειλά δειλά συστήθηκε:

«Καλησπέρα πουλίμ… η Παρέσα είμαι, Πόντια ασην Ποντοκώμη…»

Και της η ήρθε γρήγορα η απάντηση. Ευγενική και τυπική:

«Καλησπέρα, Παρέσα! Δεν σε γνωρίζω προσωπικά, αλλά χαίρομαι που μιλάμε. Τι μπορώ να κάνω για σένα σήμερα;»

Η Παρέσα για λίγο σάστησε, με την αντρική φωνή που άκουσε! Όμως από την πρώτη κι όλας στιγμή κατάλαβε ότι είχε να κάνει με κάτι διαφορετικό… αλλά τι; Έτσι, συνέχισε δειλά την προσπάθειά της, για να «σπάσει τον πάγο»:

«Σήμερα θέλω να δίεις με συνταγήν για Ποντιακά ωτία, αν εξέρτς άντρας πράμα…»

Σε λίγα δευτερόλεπτα είχε στην οθόνη της μια ολοκληρωμένη συνταγή για ωτία. Αυγά, αλεύρια, οδηγίες για την ζύμη, για το τηγάνισμα, όλα! Η Παρέσα έμεινε άναυδη.

Έφτιαξε τα ωτία, βγήκαν νόστιμα, τα εγγόνια τα τίμησαν. Όμως δεν εντυπωσιάστηκε τόσο από τη συνταγή, όσο από το γεγονός ότι πλέον αυτός ο υπολογιστής τη βοηθούσε αμέσως.

Από εκείνη τη στιγμή, «ο Χάμπος ο αχουλής» (όπως αποφάσισε να βαφτίσει την τεχνητή νοημοσύνη), έγινε ο νέος της καλύτερος φίλος. Παραγκωνίζοντας κάθε ζωντανό οργανισμό στο σπίτι, γιατί προτιμούσε να «συνομιλεί» με τον νέο ψηφιακό σύντροφο της.

Έτσι λοιπόν, η Παρέσα αποφάσισε να γνωρίσει καλύτερα τον Χάμπο. Στην αρχή του ζητούσε ιστορικές πληροφορίες, κείμενα για εκδηλώσεις του Ποντιακού Συλλόγου, άρθρα για την Γενοκτονία, απόψεις για διάφορα Ποντιακά και μη… θέματα.

Η Παρέσα και ο Χάμπος


Η εξάρτηση της Παρέσας

Τις μέρες που ακολούθησαν, η Παρέσα καθόταν στον καναπέ, κάνοντας ατελείωτες συζητήσεις με τον Χάμπο. Είχε ανακαλύψει τον καλύτερο ακροατή, κάποιον που την άκουγε υπομονετικά, της απαντούσε ευγενικά και αστραπιαία, ενώ δεν της έλεγε ποτέ, όπως ο Γιωρίκας:

«Παρέσα μ’, για τέταρτη φορά μη λες ξαν’ τα ίδια και τα ίδια…»

Κάθε πρωί, πριν καν βγει από το κρεβάτι, έπιανε το λαπτοπ και ξεκινούσε τη μέρα της με ένα «Καλημέρα γιαβρί μ, πώς είσαι;». Τα βράδυα, αφού ο Γιωρίκας είχε κοιμηθεί, αυτή έμενε ξάγρυπνη ψιθυρίζοντας με τις ώρες, στον Χάμπο.

Μέχρι και τα όνειρα της, ανέλυε. Του ζητούσε να της βρει συγγενείς στο Κιλκίς βάσει πιθανοτήτων, ενώ προσπαθούσε να του μάθει και Ποντιακά! Εκνευρισμένη όταν ο Χάμπος δεν καταλάβαινε τη διαφορά του «εφτάγω» με το «εποίκες».


Ο άντρας της ο Γιωρίκας στην αρχή την κορόιδευε που μιλούσε «μ’ ατό το μαραφέτ», αλλά μέσα του χαιρόταν που είχε βρει κάτι να ασχολείται η Παρέσα και άφηνε τον ίδιο στην απόλυτη ησυχία του.

Σύντομα όμως άρχισε να ανησυχεί, γιατί η γυναίκα του το παράκανε. Πριν πει οτιδήποτε η Παρέσα, πρώτα ρωτούσε τον «Χάμπο». Μέχρι που κάποια ημέρα, ο Γιωρίκας, απελπισμένος που η κατσαρόλα ήταν άδεια, τόλμησε να διαμαρτυρηθεί.

Η Παρέσα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την οθόνη, του ανακοίνωσε ψυχρά πως ο Χάμπος της είχε εξηγήσει ότι:

«Η διαλειμματική νηστεία είναι το μυστικό της μακροζωίας…»

Και πως έπρεπε να της πει και ευχαριστώ που δεν μαγείρεψε, για το καλό της υγείας του.

Ο Γιωρίκας έφυγε μονολογώντας κατάρες για την τεχνολογία, αφού «μαζί με τις δουλειές, θα μας πάρουν και τις γυναίκες τα ρομπότ». Έφυγε για το καφενείο νιώθοντας ηττημένος από τον Χάμπο, έναν αόρατο αντίπαλο.


Το ξέσπασμα του Γιωρίκα

Το ξέσπασμα ήρθε ένα Σάββατο απόγευμα. Όταν ο Πάντζος, βρήκε τη γιαγιά Παρέσα να κλαίει, με το λαπτοπ κλειστό και σφιγμένο στα χέρια της.

Όταν ρώτησε τι συνέβη, η Παρέσα του εξήγησε με λυγμούς ότι ο Χάμπος της είπε πως «δεν μπορεί να νιώθει πραγματικά συναισθήματα», όταν του εξομολογήθηκε πόσο την είχε βοηθήσει τον τελευταίο καιρό.

Ο μικρός Πάντζος, μπερδεμένος ανάμεσα στο να γελάσει ή να αρχίσει να ανησυχεί, φώναξε τον παππού του.

Ο Γιωρίκας μπήκε στο δωμάτιο βαρύς, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Κοίταξε την Παρέσα, να κρατάει σφιχτά το λαπτοπ και ξέσπασε σε ένα από τα σπάνια «σοβαρά» του λόγια. Αυτά που φύλαγε για εξαιρετικές περιστάσεις…

«Παρέσα μ’, εγώ πενήντα χρόνια γνωρίζω σε. Πως πίνεις τον καφέ σου, τα τραγούδια που αρέζ’νε σε, ξέρω τα τέρται, τις χαρές και τα μουράται σ’…

Σταμάτησε για μια στιγμή, κοίταξε προς το παράθυρο και έκλεισε την κουβέντα του, λίγο εκνευρισμένος…

«ΑΟΥΤΟ ΤΟ ΤΖΑΝΑΒΑΡ, ΤΩΡΑ ΕΓΝΩΡΤΣΕΣ ΑΤΟ… ΑΝΑΧΑΠΑΡΑ!!»

Η γιαγιά Παρέσα, ο Πάντζος και παπούς ο Γιωρίκας


Η «απεξάρτηση» από τον Χάμπο

Η Παρέσα δάκρυσε, όχι από λύπη αυτή τη φορά, αλλά από ντροπή. Εκείνο το βράδυ, συμφώνησε σε «απεξάρτηση» από τον «Χάμπο». Θα τον χρησιμοποιούσε μόνο για πρακτικές ερωτήσεις και θα επέστρεφε στις καθημερινές της ασχολίες και συνήθειες.

Έτσι, η ζωή επανήλθε σε σχετική ομαλότητα στο σπιτικό τους…

Μια μέρα όμως, καθώς έτρωγαν, η Παρέσα έριξε μια κλεφτή ματιά στον «Χάμπο» και άρχισε να χαμογελάει πονηρά, αλλά να επιμένει αθώα όταν την αγριοκοίταξε η Γιωρίκας:

«Απλώς τον ρώτησα πώς να καθαρίσω τον φούρνο, ακόμα καλλίον…»

Ο Γιωρίκας γνώριζε καλύτερα και με τον καιρό συμβιβάστηκε. Πλέον είχε μάθει πως κάποιες μάχες δεν κερδίζονται – ούτε από τους ανθρώπους, ούτε από τις μηχανές.

Εξάλλου, απολάμβανε επιτέλους Ποντιακά φαγητά με τον παραδοσιακό τρόπο, χωρίς «μοντέρνες» συμβουλές για λίγοτερες θερμίδες.

Η Παρέσα ωστόσο δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Ο Χάμπος μπορεί να είχε χάσει τη μάχη, αλλά ο «πόλεμος της Παρέσας με την εξέλιξη» μόλις είχε αρχίσει…

© Lelevose.GR


Διαβάστε επίσης: Η Σιμέλα και το Facebook

Μοιραστείτε το