Μαρία Γκιούλ Μπαχάρ – Η θαυμαστή ιστορία της

Η βιογραφία της Μαρίας Γκιουλ Μπαχάρ από το χωριό Λιβερά της Τραπεζούντας. Που είχε ομορφιά, χάρη και αρκετή τόλμη για να κάνει όσα έκανε και να γίνει θρύλος ανάμεσα στους Χριστιανούς.

Μεταξύ μύθου και πραγματικότητας ιστορία


Σουλτάνος Μουράτ

Κάποτε, στα χρόνια του Σουλτάνου Μουράτ Χαν Σαλίς, ζούσε στην κωμόπολη Λιβερά, κοντά στην Τραπεζούντα, ο παπα-Χρυσόστομος. Ο οποίος είχε μια κόρη, τη Μαρία, που η ομορφιά της ήταν ξακουστή έως την Τραπεζούντα και πιο πέρα.

Τον καιρό εκείνο (1578) ο Σουλτάνος Μουράτ αποφάσισε να κάνει εκστρατεία για να κατακτήσει τη Βαγδάτη, που ήταν στην κυριαρχία των Περσών. Ξεκίνησε λοιπόν, με το ασκέρι του και δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στην Τραπεζούντα κι από κει στο Τζεβιλίκ (Καρυαί).

Εκεί, έκανε μια στάση κι ο ίδιος για να ξεκουραστεί και να χαρεί τον καθαρό αέρα. Αποφάσισε να κάνει λίγες μέρες διακοπές στην κωμόπολη Λιβερά, όπου, όπως είπαμε, ζούσε η ωραία παπαδοπούλα Μαρία.

Βγήκε λοιπόν ένα πρωί να σεργιανίσει και το ‘κανε η τύχη να περάσει κι από την πηγή του Αγίου Κωνσταντίνου. Όπου η τύχη πάλι, φρόντισε και εκείνη ακριβώς την ώρα βρέθηκε στο ίδιο μέρος και η ωραία Μαρία, μαζί με άλλες κοπέλες, για να πάρει νερό. Μόλις την είδε ο Σουλτάνος, την ερωτεύτηκε στη στιγμή, τόσο δυνατά, που κόντεψε να πέσει από το άλογό του. Προσπάθησε όμως να φανεί ψύχραιμος. Έβγαλε από το σακούλι του το χρυσό του κύπελλο και το έδωσε στη Μαρία. Λέγοντας της ποιος είναι και ζητώντας της με ευγενικό τρόπο να του το γεμίσει νερό από την πηγή.


Η μικρή Μαρία, από τη πλευρά της, κοκκίνισε πρώτα, όπως όφειλε, από ντροπή και ύστερα πήρε το κύπελλο, το γέμισε νερό και το πρόσφερε στον Σουλτάνο. Βάζοντας όμως μέσα στο νερό και το μεγάλο της δάχτυλο. Ο Μουράτ το πρόσεξε και του κακοφάνηκε. Χωρίς να πει τίποτα, έχυσε το νερό και της το έδωσε πάλι για να το ξαναγεμίσει. Η σεμνή Μαρία το ξαναγέμισε, αλλά αυτή τη φορά έβαλε μέσα δυο μικρά φυλλαράκια και το πρόσφερε στο Σουλτάνο. Εκείνος πια θύμωσε, και στην παρατήρησή του, η νέα του απάντησε πως το έκανε αυτό για να κόψει την κρυάδα του νερού. Μη τύχει και ιδρωμένος όπως ήταν, αρρωστήσει…

Ο Σουλτάνος Μουράτ ρώτησε τους αξιωματικούς του αν έπρεπε να μείνει ικανοποιημένος από αυτή την απάντηση.

Επειδή οι άνθρωποι του είχαν καταλάβει τι ήθελε κατά βάθος, του είπαν ότι η εξήγηση αυτή τους φαίνεται καλή και πως το κορίτσι δεν ήθελε να τον προσβάλει. Επίσης του είπαν ότι καλά θα κάνει να τ’ αφήσει αυτά και να προχωρήσει στα περαιτέρω.

Ο Σουλτάνος, που δεν μπορούσε πια να κρατηθεί, αναφώνησε τότε το περίφημο:

«Ιδού λοιπόν που βρήκα κι εγώ, σ’ αυτό τον ψεύτη κόσμο, ένα τριαντάφυλλο της Άνοιξης»!


Μαρία Γκιουλ Μπαχάρ

Τα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου. Ο Μουράτ ζήτησε τη Μαρία απ’ τον πατέρα της κι εκείνος, μη έχοντας άλλη επιλογή, δέχτηκε. Παντρεύτηκαν επί τόπου και αποχώρησαν ολοταχώς προς Βαγδάτη. Τη Μαρία Γκιουλ Μπαχάρ (που σημαίνει «άρωμα ρόδου») δεν τη ρώτησε κανένας αν ήθελε να παντρευτεί τον Μουράτ. Αλλά τότε έτσι γινόταν…

Δεν ήταν όμως και λίγο πράγμα να γίνει, από απλή Μαρία, ολόκληρη Σουλτάνα!

Από κει και πέρα, η Μαρία Γκιουλ Μπαχάρ άρχισε μια λαμπρή σταδιοδρομία. Πονόψυχη και δραστήρια, έκανε πλήθος αγαθοεργίες υπέρ των Χριστιανών. Ο Σουλτάνος, εν τω μεταξύ στη Βαγδάτη έκανε τον πόλεμό του και νίκησε. Στο δρόμο της επιστροφής, όπου σταματούσαν, η Μαρία έχτιζε εκκλησίες και εκκλησάκια.

Τόσο πια τον είχε σκλαβώσει τον μεγάλο βασιλέα, που σιγά σιγά γινόταν κρυπτοχριστιανός, χωρίς να το παίρνει μυρωδιά.

Οι Χριστιανοί μακαρίζανε τη Μαρία και έκαναν προσευχές να την έχει ο Θεός καλά, για να σέρνει το Σουλτάνο από τη μύτη. Οι Τούρκοι τα έβλεπαν αυτά με μισό μάτι και σχολίαζαν:

-Ινσαλλάχ ωρέ, ο σεβντάς σέρνει καράβι…
-Αλλάχ κερίμ…

Όταν φτάσανε στη Κωνσταντινούπολη, το 1586, ο Μουράτ σύστησε την Μαρία Γκιουλ Μπαχάρ στη μητέρα του, την Καλιγέ. Η οποία ήταν κι αυτή Ελληνικής καταγωγής από την Πρέβεζα. Μάλιστα, την Μαρία την παρουσίασε ως «βας καδίν». Δηλαδή την επικεφαλή των συζύγων του.


Ακολούθησε τότε μια σκανδαλώδης εκδήλωση εύνοιας υπέρ των Χριστιανών της πρωτεύουσας. Και δεν είχαν περάσει παρά 130 χρόνια από την Άλωση της Πόλης.

Τι δημόσιες θέσεις, τι ρουσφέτια, τι το ένα τι το άλλο… οργίαζαν! Οι Τούρκοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι το φυσούσαν και δεν κρύωνε:

-Μα αφού εμείς είμαστε οι κατακτητές, γιατί κυβερνάνε τώρα αυτοί;
-Άμα είναι έτσι, να φωνάξουμε πίσω και τους Παλαιολόγους να τελειώνουμε…

Έτσι περνούσε ο καιρός, μέχρι που το 1592 πέθανε η Σουλτανομήτωρ (η μητέρα του Σουλτάνου). Τότε η Γκιουλ Μπαχάρ άρχισε να δυσκολεύεται στο έργο της. Αφού το μίσος των άλλων γυναικών του χαρεμιού και των Τούρκων αξιωματούχων άρχισε σιγά σιγά να εκδηλώνεται. Ζορίστηκε και ο Σουλτάνος κι άρχισε κι αυτός να προσέχει…


Αποφάσισε, λοιπόν, να στείλει την Γκιουλ-Μπαχάρ στην Τραπεζούντα για να ζήσει εκεί με ασφάλεια και ησυχία.

Έτσι κι έγινε. Η Μαρία Γκιουλ Μπαχάρ, έζησε με τιμές εκεί, μέχρι που ένα πρωί του 1610 εγκατέλειψε τον ψεύτικο τούτο κόσμο. Τόσο πολύ ερωτευμένος ήταν ο Σουλτάνος με την Μαρία, που διέταξε να γράψουν επάνω στον τάφο της, τα παρακάτω λόγια:

«Όταν αυτή η Χριστιανή γυναίκα θα στρέψει το πρόσωπό της από ετούτο τον κόσμο εις τον άλλο, θα πρέπει να της δοθεί ο θρόνος του Παραδείσου και η αιώνια βασιλεία»

Έτσι τελείωσε ο βίος της Σουλτάνας Μαρίας Γκιουλ Μπαχάρ του παπα-Χρυσόστομου, από το χωριό Λιβερά της Τραπεζούντας.


Βασίλης Τσιτσάνης

Να έφτασε άραγε κάποιος απόηχος αυτού του θρύλου μέχρι την εποχή που ο Βασίλης Τσιτσάνης άκουγε τα παραμύθια που του ‘λεγε η γιαγιά του, πριν κοιμηθεί;

Καθόλου απίθανο, αν σκεφτούμε πως από τον θάνατο της Μαρίας Γκιουλ Μπαχάρ, μέχρι την εποχή που έγραψε το τραγούδι «Γκιουλμπαχάρ» (ακούστε το, στο παρακάτω video) πέρασαν μόλις 2 αιώνες…

Δηλαδή 5-6 γενιές, πράγμα που για το μέσο όρο ζωής των θρύλων, δεν είναι παρά μια στιγμή!