Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης

Ο Μητροπολίτης Καστοριάς που εξελίχθηκε σε ιεράρχη – πολεμιστή, δίνοντας την ψυχή του στον Μακεδονικό Αγώνα. Λίγα χρόνια μετά, θα βρισκόταν ως Μητροπολίτης Αμάσειας στο πλευρό του Ποντιακού Ελληνισμού, στα δύσκολα χρόνια του διωγμών…

Η ιστορική διαδρομή ενός ασυμβίβαστου Έλληνα ιεράρχη


Τα όνομα του Γερμανού Καραβαγγέλη (1866-935) συνδέθηκε άρρηκτα με τον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ωστόσο η δράση του υπερκάλυψε τα χρονικά και γεωγραφικά όρια του Μακεδονικού Αγώνα. Άρχισε στα μέσα του 19ου αιώνα στη Χάλκη και τη Κωνσταντινούπολη, συνεχίστηκε στη Γερμανία, αναδείχθηκε στη Καστοριά, κορυφώθηκε στον Πόντο και έκλεισε στη Βιέννη του Μεσοπολέμου.

Εμπνευσμένος από τη δράση του Μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη είναι ο ρόλος του Θεόκλητου, τον οποίο υποδύεται ο Στέφανος Κυριακίδης, στη τηλεοπτική σειρά «Το Κόκκινο Ποτάµι» του OPEN TV.


Βιογραφία

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γεννήθηκε στην Στύψη της Λέσβου, στις 16 Ιουνίου του 1866, όμως πέρασε τα παιδικά του χρόνια και μεγάλωσε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, απ’ όπου αποφοίτησε το 1888.

  • Χειροτονήθηκε διάκονος και έφυγε στη Λειψία και τη Βόννη της Γερμανίας, όπου σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία.
  • Το 1891 επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη και διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή της Χάλκης.
  • Το 1896 εκλέχθηκε επίσκοπος Χαριουπόλεως και αρχιερατικός προϊστάμενος της κοιvότητας Σταυροδρομίου. Στο γνωστό Πέραν της Κωνσταντινούπολης, απ’ όπου άρχισε τη μεγάλη εθνική του δράση.


Μητροπολίτης Καστοριάς

Το 1900 σε ηλικία μόλις 34 ετών o Γερμανός Καραβαγγέλης εκλέχθηκε Μητροπολίτης Καστοριάς. Όπου υπό τη καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ (που ήταν ο πνευματικός ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα) ανέλαβε καθοριστικό ρόλο στη στήριξη του Ελληνικού πληθυσμού, στα όρια της Μητρόπολης του. Σε αντιπερισπασμό της δράσης του Βουλγαρικού κομιτάτου, που αποσκοπούσε στον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και της Θράκης.

Για τη διευκόλυνση της δράσης του χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Κώστας Γεωργίου» και ανέπτυξε πρωτοφανή δραστηριότητα. Η δράση του όμως ενόχλησε τους Βουλγάρους και τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν επιτυχώς την ανάκλησή του από το Πατριαρχείο.

Αναφερόμενος στο περιστατικό, ο ίδιος είχε γράψει:

«Η απομάκρυνσή μου από τη Καστοριά θεωρήθηκε σαν ένα τραύμα στο Μακεδονικό αγώνα, μα ο αγώνας βρισκόταν πια σχεδόν στο τέλος του».


Μητροπολίτης Αμάσειας

Η αγωνιστική δράση του Ιεράρχη δεν σταμάτησε εδώ. Αφού άρχισε να γράφει ένα νέο κεφάλαιο της πολυτάραχης ζωής του, όταν το Πατριαρχείο τον τοποθέτησε Μητροπολίτη Αμασείας του Πόντου (1908), με έδρα την Αμισό – Σαμψούντα.

Παρέμεινε Μητροπολίτης Αμασείας ως το 1922, εφαρμόζοντας ένα μεγαλεπήβολο πρόγραμμα ανάπτυξης της επαρχίας του. Ίδρυσε σχολεία και άλλα ευαγή ιδρύματα, ανήγειρε Ναούς και νέο Μητροπολιτικό μέγαρο. Ενώ επισκέφτηκε όλα τα χωριά της Επαρχίας του, μεταδίδοντας παντού την εθνική πνοή.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης ως Μητροπολίτης Αμάσειας έκτισε 115 σχολεία και σχολές μέσα σε τρία μόλις χρόνια (!)


Με πρωτοβουλία του αγωνιστή ιεράρχη ιδρύθηκε στον Πόντο μια μυστική αντιστασιακή εταιρεία, στα πρότυπα της Φιλικής, με τη επωνυμία «Μιθριδάτης».

Το 1914 απέτρεψε την πρώτη απόπειρα εγκατάστασης Τούρκων προσφυγών, από τα Βαλκάνια, στα Ελληνικά χωριά της Μητρόπολης του. Το 1915 διασώζει αρκετά Αρμενόπουλα και το 1916 πέτυχε να σωθεί η Αμισός από την καταστροφική μανία των Τούρκων. Έζησε από κοντά όλο το δράμα της Γενοκτονίας (1.500.000 Αρμενίων και 353.000 Ποντίων) από τους δήθεν προοδευτικούς και εκσυγχρονιστές Νεότουρκους.


Αντάρτης Μητροπολίτης

Όλη αυτή η θηριώδης Τουρκική τακτική της εξόντωσης των Ελληνικών πληθυσμών προκαλεί την αυτοάμυνα των Ποντίων, το αντάρτικο του Πόντου. Το οποίο ο Κεμάλ, ως άριστος γνώστης της κατάστασης, το χαρακτηρίζει «έργο και όργανο του Καραβαγγέλη».

Ο οποίος Γερμανός Καραβαγγέλης αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για την αυτοάμυνα και την σωτηρία του Πόντου, τρέχοντας ένα διπλωματικό μαραθώνιο. Γι’ αυτή την πατριωτική του δράση συλλαμβάνεται και φυλακίζεται το 1917.

Μετά την αποφυλάκισή του, συνεχίζει την εθνική και Χριστιανική του δράση, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί από τον Κεμάλ ως ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός και να καταδικασθεί το 1922 σε θάνατο. Όπως και οι συνεργάτες του, ο επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος Αγριτέλλης και ο πρωτοσύγκελλός του, Πλάτων Αϊβαζίδης, οι οποίοι και πεθαίνουν μαρτυρικά.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης όμως διασώζεται, καθώς το Πατριαρχείο τον εκλέγει Μητροπολίτη Ιωαννίνων και τον φυγαδεύει στην Αθήνα. Εκεί προτείνεται για αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αλλά δεν τον εκλέγουν.


Η εξορία

Το 1924, δηλαδή ένα μόλις χρόνο μετά την άφιξή του στα Ιωάννινα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο του κοινοποιεί ως «κεραυνό εν αιθρία» την μετάθεσή του στην νεοϊδρυθείσα Μητρόπολη Ουγγαρίας και Εξαρχία Κεντρώας Ευρώπης. Έπειτα από λίγους μήνες τον εκλέγει Μητροπολίτη Αμασείας και τον τοποθετεί έξαρχο στην Μητρόπολη Κεντρώας Ευρώπης, με έδρα τη Βιέννη. Τον «τόπο της εξορίας του», όπως έλεγε.

Κάποιοι θεωρούν πως έτσι υποτιμούν και παροπλίζουν τον ηρωικό αλλά μάλλον ενοχλητικό γι’ αυτούς ιεράρχη. Του περικόπτουν επίσης στο μισό τον μισθό και τον αφήνουν απλήρωτο επί μήνες.

«Αυτή ήταν η αμοιβή των θυσιών και των εθνικών αγώνων ενός κληρικού, που υπηρέτησε με αυταπάρνηση την Ελλάδα για 40 ολόκληρα χρόνια».


Ο θάνατος του

Εξόριστος από την πατρίδα του και με «περίλυπη έως θανάτου την ψυχή», τελειώνει ειρηνικά την επίγεια ζωή του στις 11 Φεβρουαρίου 1935 . Πρόφτασε όμως και είδε να πραγματοποιείται το όνειρό του για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, για το οποίο τόσο σκληρά εργάστηκε.

Το Ελληνικό κράτος αρνήθηκε ακόμη και τα έξοδα της κηδείας του να πληρώσει. Η δε μετακομιδή των λειψάνων του από την Βιέννη στην Καστοριά, μόλις το 1959 κατέστη δυνατή.

Στην διαθήκη του, ο ξεχασμένος Ήρωας – Ιεράρχης γράφει:

«Δεν χρεωστώ εις ουδένα ούτε οβολόν. Εις το έθνος προσέφερα ο,τι ήτο δυνατόν, ως Ιεράρχης του ’21».