Ολοκαύτωμα του Σελαμελίκ της Πάφρας

Στις 8 Ιουνίου του 1921 οι Κεμαλικοί συνέλαβαν 520 άνδρες κάθε ηλικίας από τα χωριά της Πάφρας. Οι οποίοι οδηγήθηκαν στο Ελληνικό χωριό Σελαμελίκ, με τη συνοδεία πολλών στρατοχωροφυλάκων και τσετών.

Ο Ιούνιος του μαρτυρίου των Ελλήνων του Πόντου


Μαρτυρίες

Τους Παφραίους αυτούς, αφού τους λήστεψαν κατά πάντα, τους έσφαξαν, τους τυφέκισαν και τους κατέκαυσαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, πυρπολώντας όλα τα σπίτια του χωριού.

Τους κατοίκους του χωριού Σελαμελίκ, που είχαν καταφύγει στο δάσος, τους περιέζωσαν, τους συνέλαβαν, τους έδεσαν τα χέρια, τους κατέσφαξαν και τους έριξαν σε ένα βαθύ πηγάδι. Εκεί μέσα έριξαν (αφού τους κατακρεούργησαν) και περίπου δεκαπέντε με είκοσι άτομα, που είχαν γλυτώσει από τον πυρπολισμό της εκκλησίας.

Οι μαρτυρίες είναι των Πάνσεμνης Κριτσιλίδου – που γεννήθηκε στην Πάφρα και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Της Στυλιανής Γεωργιάδου, που γεννήθηκε στο Τουάν Γιουβασί της Πάφρας το 1890 και εγκαταστάθηκε στην Ξηροκρήνη Θεσσαλονίκης. Του Ηρακλή Γεωργίου – που γεννήθηκε στο Χιτιρελέζ της Πάφρας το 1910 και εγκαταστάθηκε στην Παραλία Κύμης Ευβοίας. Και του Αβέρκιου Παρασκευαΐδη που γεννήθηκε στο Χιτιρελέζ της Πάφρας το 1886 και εγκαταστάθηκε στη Νέα Μπάφρα Σερρών. Των οποίων τους πατέρες κατέκαυσαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Από τους τρεις, τελικά, διασωθέντες ένας ήταν ο Βασίλειος Τιγγιρίδης, που γεννήθηκε στο Τιγγιρλά της Πάφρας το 1900 και εγκαταστάθηκε στο Βαθύτοπο Δράμας.


Η πυρπόληση – ολοκαύτωμα

«Ήταν 3 μετά τα μεσάνυχτα. Ήρθαν Τούρκοι στρατιώτες, χωροφύλακες και τσέτες. Εκεί στο Σελαμελίκ βρήκαμε και άλλους από άλλα χωριά. Υπήρχαν πολλοί από την πόλη της Πάφρας. Άρχισαν να μας δένουν τα χέρια, ανά δύο, με σύρμα και πολύ σφιχτά.

Όπως πηγαίναμε, πολλοί Τούρκοι είχαν τανάλια στα χέρια και περνούσαν μπροστά από τον καθένα μας και μας έλεγαν να ανοίξουμε το στόμα μας. Αν έβρισκαν κανένα χρυσό δόντι, το έβγαζαν με την τανάλια και το έπαιρναν. Σε μια περίπτωση, που δεν έβγαινε η βέρα από το χέρι κάποιου, του έκοψαν το δάχτυλο. Όποιος φορούσε κάπως καλά ρούχα του τα έπαιρναν…

Ο Τούρκος φίλος μου Τσαφίτ (που του χρωστούσε τη ζωή) μου είπε ότι θα σας σκοτώσουν όλους, αφού σας βάλουν μέσα στην εκκλησία. Εσύ κοίταξε, μόλις σας βάλουν στην εκκλησία, να παρακολουθείς την πόρτα και μόλις κλείσει, να πέσεις κάτω και σε σημείο που να είναι πάρα πολλοί δίπλα σου, γιατί στα παράθυρα θα υπάρχουν ένοπλοι στρατιώτες και μόλις σας βάλουν μέσα θα αρχίσουν να πυροβολούν εναντίον σας. Μετά θα κάνουν πως έφυγαν και θα έρχονται ένας – ένας και θα σας καλούν να φανερωθείτε, για να δουν αν κάποιος είναι ακόμα ζωντανός. Θα σας καλούν ονομαστικά. Εσύ, αν είσαι ζωντανός, δε θα εκδηλωθείς καθόλου, αν δεν ακούσεις παρά μόνο τη δική μου φωνή.

Για να μας πλησιάσει ο φίλος μου, είπε στον αξιωματικό ότι δήθεν έχω πολλές κρυμμένες λίρες και έτσι τον άφησε να με πλησιάσει. Μέσα στην εκκλησία που χωρούσε 100 άτομα έβαλαν 520 άτομα.

Μετά την τραγωδία, άκουγα τους Τούρκους να λένε μεταξύ τους ότι θα φέρουν από το Γολάι πετρέλαιο για να κάψουν τους νεκρούς, για να μη βρωμάνε. Με τα ρούχα των νεκρών συμπατριωτών μας, αφού τα έβρεξαν με πετρέλαιο, έβαλαν φωτιά. Και αν είχε τραυματιστεί κάποιος… και εκείνος θα κάηκε όπως ήταν δεμένος με άλλον».


Οι προφορικές μαρτυρίες ήταν ευγενική παραχώρηση του αείμνηστου Γεώργιου Αντωνιάδη

Παρόμοια κεμαλικά ολοκαυτώματα συνέβησαν σε οκτώ χωριά της Πάφρας, σε χωριά της περιοχής Αμισού. Αλλά και στα μεσόγεια του δυτικού τμήματος του Πόντου, μεταξύ των περιοχών Ευπατορίας – Αμάσειας – Μερζιφούντας.



Φωτογραφία άρθρου: «Η κραυγή της ορφανής» της συλλογής «Ποντιακή Γενοκτονία» του Gjergj Kola

Πηγή