Ο άξαφνος ξεριζωμός του χωριού μου

Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι πρέπει έτσι ξαφνικά να εγκαταλείψουν τη γη τους, το βίος τους, τη ζωή τους. Να αφήσουν τα κοπάδια τους, τα νερά τους, τα βουνά τους και να «έρθουν στη γη των προγόνων τους».

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ματωμένος Νόστος» της Γιώτας Ιωακειμίδου

Αυτοί όμως ένιωθαν δεμένοι με τη γη τους, την πατρίδα τους, τους Τούρκους φίλους τους. Χωρίς καλά-καλά να συνειδητοποιήσουν πού πάνε και γιατί, άρχισαν να ετοιμάζονται. Οι γυναίκες τακτοποίησαν τα σπίτια σαν να επρόκειτο να γυρίσουν πίσω σε λίγες ώρες. Τάισαν τα ζώα, έκλεισαν και τις αυλόπορτες και ξεκίνησαν. Για πού όμως; Απάντηση δεν υπήρχε…

Μάζεψαν σε μπόγους τα απαραίτητα εφόδια, στρώματα και φαγητά, τα παιδιά και τα φόρτωσαν πάνω στα κάρα. Ήταν τραγικό το θέαμα της εγκατάλειψης του χωριού. Ένα κομβόι από κάρα και πεζούς έκλαιγε εγκαταλείποντας ζωή και πατρίδα.


Ο βουβός πόνος

Εκείνες οι φθινοπωρινές μέρες του Οκτώβρη του 1919 ήταν εντελώς διαφορετικές στο Αλτίνογλου Τσιφλίκ. Ο ουρανός ήταν πιο γκρίζος, το ψιχάλισμα έσμιγε με τα δάκρυα των ανθρώπων που έπεφταν πικρά στα αγαπημένα χώματα. Τα πόδια τους σαν να κόλλησαν στη γη τους και δεν έλεγαν να ξεκινήσουν το ταξίδι στο άγνωστο. Ο θάνατος και η πείνα τους είχαν στήσει καρτέρι σε άξενες περιοχές. Ο βουβός πόνος και η θλίψη είχαν κατακαθίσει βαριά στις ψυχές τους.

Τα ζεμένα ζώα,άλογα και βουβάλια, λες καταλάβαιναν και αυτά τον ξεριζωμό και τα πόδια τους είχαν βουλιάξει στα αφράτα χώματα του Πόντου. Μούγκριζαν και αρνούνταν να ακολουθήσουν το κομβόι των ξεριζωμένων.

Άφηναν πίσω γεμάτα τα κελάρια με τις προμήθειες του χειμώνα: γεννήματα, βούτυρα, τουρσιά, ξύλα, άχυρα για τα ζώα. Οι νοικοκυραίοι είχαν φροντίσει για όλες τις προμήθειες του επερχόμενου χειμώνα.

Τα άφηναν όλα πίσω και έφευγαν με την «ψην ΄ς σο στόμαν»

Βουβό κλάμα έβγαινε από τις ψυχές των 850 κατοίκων που εγκατέλειπαν τον τόπο τους. Με τα κάρα φορτωμένα, κρατώντας στα χέρια τα παιδιά και όσα δεν χωρούσαν πάνω στα κάρα, ξεκίνησαν.

Γύρισαν και κοίταξαν πίσω τους για τελευταία φορά τη γη τους. Έκλεισαν μέσα τους τις εικόνες που τους συντρόφευσαν μέχρι το θάνατό τους. Τα ποταμάκια,τους μύλους,τις αυλές, τα απέραντα χωράφια τους. Άφησαν τα τζάκια να καπνίζουν και αγκάλιασαν με το βλέμμα την εκκλησία του Αι-Γεώργη.

Τα βουνά χαμήλωσαν και μια ψιλή βροχούλα του Οκτώβρη συμμερίστηκε τη λύπη τους. Πίστευαν πως θα γυρίσουν σύντομα και έτσι άντεξαν το αναπάντεχο κακό που τους βρήκε. Κάρα, άνθρωποι, μικρά ζώα, σκυλιά αποτέλεσαν ένα κομβόι. Τα κάρα έτριζαν, τα μωρά έκλαιγαν, οι γυναίκες μοιρολογούσαν, τα ζώα ήταν ανήσυχα και αυτά.


Ο εποικισμός

Ακόμα και οι σκληροί τζεντερμέδες λύγισαν. Ένας τσέτης πλησίασε και χάιδεψε στο μάγουλα το μικρό παιδί της γιαγιάς μου. Απορημένη αυτή, τον ρώτησε για ποιο λόγο χαϊδεύει το παιδί. «Φεύγετε και το λυπάμαι, δεν ξέρω ποια θα είναι η τύχη του».

Οι Τούρκοι φίλοι τους από τα γειτονικά χωριά έκλαιγαν και αυτοί. Στέκονταν και κοίταζαν το καραβάνι με τους φίλους που έφευγαν κυνηγημένοι και τα δάκρυά τους ήταν αληθινά και ο πόνος τους ήταν αδελφικός.

Μετά από λίγες μέρες ήρθαν Τούρκοι έποικοι από το Ερζερούμ και εγκαταστάθηκαν στα σπίτια τους και λεηλάτησαν το βίος τους. Οι δικοί τους Τούρκοι, οι φίλοι και αδελφοί τους, δεν το άγγιξαν….


Γιώτα Ιωακειμίδου

Η Γιώτα Ιωακειμίδου ανήκει στην τρίτη γενιά προσφυγών από το Πόντο. Σε αυτούς που αφού επέζησαν στις πορείες θανάτου, εγκαταστάθηκαν σε οροπέδιο της Δυτικής Μακεδονίας.

Είναι φιλόλογος που ζει και εργάζεται στην Περαία Θεσσαλονίκης. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης, αλλά μεγάλωσε στην Τούμπα Θεσσαλονίκης. Υπηρετεί στην μέση εκπαίδευση και τελευταία διδάσκει εθελοντικά τη Ποντιακή διάλεκτο στον Δήμο Θεσσαλονίκης.