Η σχέση των Ποντίων με τη θάλασσα

Η θάλασσα αποτέλεσε ένα δυναμικό σύμβολο στην εξέλιξη του Ποντιακού Ελληνισμού στο χρόνο, από τον μύθο μέχρι και τον ξεριζωμό. Η στενή επαφή των Ποντίων με το θαλασσινό στοιχείο επηρέασε σημαντικά τον Ποντιακό πολιτισμό.

Ο δικός μας θαλασσινός πολιτισμός την ονομάτιζε «Εύξεινο Πόντο»


Θάλασσα – Μαύρη Θάλασσα

Για τον Ποντιακό ψυχισμό η θάλασσα δεν είναι ένα άψυχο και ανέκφραστο στοιχείο. Βρίσκεται σε μια διαρκή ψυχική επαφή με τους ανθρώπους που την σέβονται, την εκλιπαρούν, την αναθεματίζουν. Αλλά πιο συχνά την αγαπούν ως φυσική ομορφιά, δύναμη και υγεία.

Οι παραθαλάσσιες πόλεις του Πόντου συνδέονται ιστορικά και συγκοινωνιακά μεταξύ τους. Το εμπόριο και η μεταφορές διεξάγονται με τα καράβια από το ναυτιλιακό κέντρο, την όμορφη Τραπεζούντα.

Η Ποντιακή λογοτεχνία περιγράφει και ονοματίζει την θάλασσα ως «Πόντο», γιατί ο «Πόντος» ήταν ο γιος της θεάς Γαίας και πατέρας του Νηρέα. «Εύξεινος Πόντος» είναι η θάλασσα των Ελλήνων. Η πιο φορτισμένη θάλασσα με μνήμες και γεγονότα της Ελληνικής ιστορίας.

Μόνο στο κλάμα και την απόγνωση, το Ποντιακό αφήγημα χρησιμοποίησε τον Τουρκικό όρο «Μαύρη θάλασσα». Έναν πόνο που βγήκε μέσα από την πολύχρονη σκλαβιά των Ελλήνων. Αυτό τον πόνο προσπαθούσε να τον διοχετεύσει στην Μαύρη Θάλασσα μόνο, όταν ο Πόντιος ποιητής χρησιμοποιούσε τον αντιαισθητικό προσδιορισμό «Μαύρη Θάλασσα» – «Καρά ντενίζ’».


Εύξεινος Πόντος

Ενώ ο δικός μας θαλασσινός πολιτισμός ακόμα από την εποχή του Πίνδαρου και του Στράβωνα την ονομάτιζε «Εύξεινο Πόντο» (φιλόξενη θάλασσα). Γιατί κάθε καράβι ήταν ευπρόσδεκτο στα λιμάνια του, κάθε ναύτης φιλοξενούνταν στα Ρωμαίικα σπίτια της Τραπεζούντας.

Πριν έρθουν οι Πόντιοι η θάλασσα αυτή ήταν αφιλόξενη. Οι Πόντιοι την έκαναν φιλόξενη!

Στη Ποντιακή διαχρονική πορεία, που αρχίζει με τον πρώτο αποικισμό και ολοκληρώνεται στο δεύτερο Ελληνικό αποικισμό, η θάλασσα αποτέλεσε τον μεταναστευτικό δρόμο αυτής της πραγμάτωσης.

Ακόμα και ο μύθος των Αργοναυτών με το ποντοπόρο καράβι, την Αργώ, εμπεριέχει τη στενή σχέση των Ποντίων με το υγρό στοιχείο και ιδιαίτερα με τον περίπλου του άξενου για την εποχή εκείνη Πόντου. Η παρουσία των Ελλήνων στα νότια παράλια του είχε σαν συνέπεια να δαμαστεί ουσιαστικά η θάλασσα αυτή και να μετατραπεί με το Ποντιακό ναυτικό δαιμόνιο από άξενο σε Εύξεινο Πόντο.

Η βιωματική σχέση των Ποντίων με την κλειστή θάλασσα του Ευξείνου επιβεβαιώθηκε μέσα από τη διαδοχική εγκατάσταση και τη δημιουργία πόλεων κατά μήκος των ακτών της. Περισσότερες από 40 Ελληνικές πόλεις δημιουργήθηκαν στην περιφέρεια της Ποντιακής αυτής θάλασσας, μετατρέποντάς την ουσιαστικά σε μια κλειστή λιμνοθάλασσα του Ελληνισμού.

Εξ’ άλλου ο έτερος μύθος του Χρυσόμαλλου Δέρατος επιβεβαιώνει την ιστορική σχέση των Ποντίων θαλασσοπόρων, που πρώτοι διάβηκαν τα επικίνδυνα στενά του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου και ελλιμένισαν στην ιστορική χρυσοφόρα Κολχίδα.

Η εποικιστική διάρθρωση όλων των Ποντιακών πόλεων εξελίχθηκε σε παράλιους οικισμούς, που αναπτύχθηκαν σε φυσικούς προστατευτικούς λιμένες. Πράγμα που επιβεβαιώνει τη στενή τους σχέση με την ναυσιπλοΐα και το εμπόριο.


Θαλασσινό στοιχείο

Η στενή επαφή των ανθρώπων με το θαλασσινό στοιχείο επηρέασε σημαντικά τον Ποντιακό πολιτισμό και τη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Ο θαυμασμός και το δέος που ένοιωθαν στην απεραντοσύνη και την δύναμη της θάλασσας διατυπώθηκε στη σκέψη και στο λόγο του Ποντιακού πολιτισμού.

Θα μπορούσε σήμερα πολύ τεκμηριωμένα ένας μελετητής να ισχυριστεί ότι αυτός είναι δισυπόστατος. Γιατί δομείται και επηρεάζεται από τα βαθύσκιωτα Ποντιακά όρη και τη δροσιστική αύρα του Ευξείνου Πόντου. Ο Ποντιακός πολιτισμός με τις Ιωνικές του προσλαμβάνουσες απλώς στα νέα γεωγραφικά όρια του Πόντου αναβίωνε τις μορφικές συνθήκες του αττικού και πηλιορείτικου τοπίου.

Η θαλασσινή φιλολογία που αναπτύχθηκε, προσαρμόστηκε στο νέο μετεξελιγμένο γλωσσικά Ποντιακό ιδίωμα, διατηρώντας όμως τους τύπους και τις ρίζες της αρχαίας Ιωνικής ονοματοθεσίας.

Τον αρχαίο ορισμό «Πόντος» (θαλασσινό πέρασμα, κλειστή θάλασσα) τον υιοθέτησε, ώστε αυτός ο ορισμός να οριοθετεί ακόμα και σήμερα τα γεωγραφικά και φυλετικά χαρακτηριστικά του:

Εύξεινος Πόντος, Πόντος, Πόντιοι

Η λέξη Θάλασσα εισέρχεται στη λαϊκή ντοπιολαλιά πολύ αργότερα. Όταν η Τραπεζούντα μετατρέπεται σε ένα ανθηρό λιμάνι του ανταλλακτικού εμπορίου των παρευξείνιων κρατών, με τον δρόμο της Μεσοποταμίας.


Ποντιακές εκφράσεις – Τραγούδια

Ας προσεγγίσουμε γλωσσικά τον όρο «Θάλασσα» και πως αυτός διανθίζει τις παράγωγες έννοιες της.

Η λέξη «Θάλασσα» παραμένει στη Ποντιακή ως έχει «Η θάλασσα». Το χαϊδευτικό της όμως εκφέρεται ως «θαλασσάκ’» κατά το «θαλασσάκι». Που σημαίνει η μικρή θάλασσα, όρος συνήθης στη ποίηση.

«Θαλασσέα» η θαλασσινή αύρα, που εκδηλώνεται με τη πνοή ελαφρού δροσιστικού αέρα. Πολύ χαρακτηριστικό το άσμα :

Όντες φυσά από θάλασσας μυρίζει θαλασσέαν,
κι όντες φυσά από βουνού μυρίζ’ μανουσακέαν..

«Θαλασσόνερον» το νερό της θάλασσας που συνήθως εκφράζονταν με την αλμυρότητα, τραγουδισμένη αντίστοιχα:

Τη θάλασσας το νερόν, αλυκόν εν αλυκόν.
Τη κουτσής το φίλεμαν , ‘ς σον πεκιάρ’ εν’ γιατρικόν!

Η άκρη της θάλασσας ορίζεται ως «θαλασσάκρ‘» (ιν). Δηλαδή η ακρογιαλιά, ο αιγιαλός. Τα «θαλασσάκρια» αποτελούσαν για τους ερωτόληπτους του Πόντου το πιο ειδυλλιακό αλλά και απόκρυφο μέρος για τις ερωτικές συνευρέσεις…

Όντες χλοΐζ’νε τα ραχιά κι ανθούν’νε τα τσιτσέκια,
θ’ έρχουμαι, ανταμώνω’ σε, σουμά ‘ς σα θαλασσάκρια.


Οργή της θάλασσας

Η θάλασσα στη λαϊκή συνείδηση αλλά και στην λαϊκή τέχνη εμφανίζονταν πολλές φορές τρικυμισμένη και αγριεμένη. Οι απλοί άνθρωποι ένιωθαν δέος και φόβο στη θέα της. Τα ναυάγια και οι λαϊκοί μύθοι είχαν δημιουργήσει στη φαντασία των ανθρώπων άσχημα συναισθήματα. Γι αυτό πολλά τραγούδια την περιγράφουν με μελανά χρώματα:

Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
τ’ οψάρια σ’ είν’ πολλά γλυκά κ’ εσύ φαρμακερούσα!

Προκειμένου να εξευμενίσουν την οργή της Θάλασσας, όρισαν τον Άγιο Νικόλαο προστάτη των ναυτικών. Έχτισαν εκκλησίες του Αγίου Νικολάου στις παραθαλάσσιες πόλεις και εκκλησάκια κατά μήκος των Ποντιακών ακτών. Τα προσκυνήματα αυτά τα λάτρευαν οι ναυτικοί του Πόντου, που σε κάθε τους ταξίδι άναβαν τα καντήλια και τα κεριά του Άη Νικόλα.

Άλλοι παρακαλούσαν για τον ίδιο σκοπό τους προσκείμενους Αγίους τους, για το καλοτάξιδο των βαποριών:

Αέρ’ ιμ’ κι Άε Θόδωρε, Σουμέλα Παναϊα μ’,
‘ς σα παπόρια ντ’ εχπάστανε, δώστεν καληδρομίαν…

Η οργισμένη Θάλασσα με τις ανυπέρβλητες καταστρεπτικές της δυνάμεις δημιουργούσε τις ανάλογες φορτίσεις…

Μάνα τέρεν το παπόρ’, ντ άσκεμακουνίεται,
το μικρόν τ’ αρνί μ’ απέσ’, θα ρούζ’ και φουρκίεται!

Όταν όμως κοπάσει ο αέρας και έρθει η νηνεμία και γαληνέψει (γαλένισμαν) η θάλασσα, λέγεται η φράση «Η θάλασσα ερχίνεσεν να γαλενίζ’».


Ξενητειά

Ένα μεγάλο κεφάλαιο, που σημάδεψε την Ποντιακή ηθογραφία, ήταν ο αιώνιος ξενιτεμός των νέων. Συνήθως των νιόπαντρων, που αμέσως μετά τον γάμο τους αναγκάζονταν να ξενιτευτούν και να βιώσουν έντονη την ερωτική νοσταλγία.

Το μέσον του χωρισμού είναι η θάλασσα και τα βαπόρια. Συνήθως τον ξενιτεμένο τον συνοδεύει η αγαπημένη του μέχρι το λιμάνι της Τραπεζούντας. Ο υποψήφιος δραπέτης του έρωτα γνωρίζοντας πόσο δύσκολη θα είναι η θέση της αγαπημένης του στο χωριό, την προετοιμάζει ψυχολογικά για να δεχθεί τον αναγκαίο χωρισμό:

Αν πάω, αρνί μ’, ‘ς σην ξενιτιάν και θάλασσαν περνίζω,
νύχταν ημέραν για τ’ εσέν ο μαύρον θα νουνίζω!

Η σύζυγος του ξενιτεμένου είναι η ηρωίδα της Ποντιακής κοινωνίας. Ο ξενιτεμός, μια εθιμική διεργασία αιώνων, σημαδεύει την Πόντια Πηνελόπη. Αυτό το παράπονο εκφράζεται ελεύθερα μέσα από τον ακριτικό αφήγημα:

Μάρτη κινούν τα κάτεργα κι Απρίλη τα καράβια,
φεύ’ ο καλόν, ο άντρας ιμ’ και πάει ‘ς σην ξενιτείαν…



Πηγή