Του Αγίου Πνεύματος στον Πόντο

Την ημέρα της Πεντηκοστής (του Αγίου Πνεύματος) επιφωτίστηκαν με το Άγιο Πνεύμα οι 120 μαθητές του Ιησού (περιλαμβανομένων και των Αποστόλων). Οπότε, σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, διέδωσαν σε όλες τις γλώσσες, τον λόγο του Θεού.

Η Ελληνική παράδοση και ιδιαίτερα οι πνευματικοί μας πατέρες, μας έχουν αφήσει με τα γραπτά τους τεράστιες παρακαταθήκες. Των οποίων η παιδευτική διάσταση είναι παγκόσμια και οικουμενική. Η Ποντιακή θρησκευτική και θεολογική παράδοση είναι επιφορτισμένη υπερβολικά με την πνευματική θεϊκή πρόνοια. Που την οριοθετεί με την λέξη «Φώτιση»…

Θεέ μ’ δός ατό φώτισιν


Γι αυτό και οι Πόντιοι το μυστήριο της βάφτισης το αποκαλούν «Φωτίσια ή Φωτίσα». Δίνοντας βαρύτητα στο φως (πνεύμα) και όχι στην τελετουργική διαδικασία, που είναι η εμβάπτιση του μωρού στο νερό.

Το Θείο πνεύμα που ονομάζεται και «παράκλητος» χρησιμοποιείται στην Ποντιακή παράδοση κατά κόρον και εκφέρεται με τη φράση:

«Εϊ ουρανέ μ’ παράκλητε.. κατήβα κά’ και κρίσον»


Το Άγιο Πνεύμα και η αναφορά σε αυτό με τη μορφή του Ουρανού (επουράνιο πνεύμα) υιοθετήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως ικεσία ή επίκληση ακόμα και στο δημοτικό μας τραγούδι. Σ’ αυτό συναντάμε κατά κόρον την θεϊκή εντολή που φθάνει στον άνθρωπο με την μορφή του γραπτού (της μοίρας):

«Απ’ ουρανού χαρτίν έρθεν, να έξερα, ντο λέει…»

Στο αισθηματικό – ερωτικό τραγούδι αποκαλύπτεται η στενή σχέση και το δέος, που νιώθουν για το επουράνιο πνεύμα. Στα δίστιχα διαφαίνεται η αλληλεπίδραση που είχε ο ουρανός, ως πνευματική έννοια, γι αυτό ήταν συχνή η επίκληση του Θείου από τους ερωτευμένους. Στον ουρανό θα παραδώσουν την ψυχή τους…

Η λέξη πνεύμα στην Ποντιακή παράδοση αδυνατεί ως λέξη και αντικαθίσταται από την λέξη ψυχή (ψή’ – πληθυντικός: τα ψήα ή τα ψυχάντας). Γι αυτό το τραγούδι λέει:

Σ σον ουρανόν χρωστώ την ψή μ’, ‘ς σον Άδην το κορμόπο μ’
‘ς σ’ εσέν, την κορ’ πα ντό χρωστώ και τυραννίεις το ψόπο μ’

ή το άλλο:

Θ’ εβγαίνω ‘ς σ’ επουράνια, θ΄ εφτάγω αναφοράδες
τ’ εμόν την ψήν κανείς ‘κι παίρ’ θα παίρν’ ατό οι νυφάδες

Ο πνευματικός ή ο εξομολόγος ήταν ο ιερωμένος, που με το άγγιγμα στο κεφάλι του πιστού μετέδιδε τη φώτιση και το θείο πνεύμα. Η σχέση των Ποντίων με τον πνευματικό ήταν στενή και συνεχής. Γι αυτό επικαλούνταν πολύ συχνά στα τραγούδια τους τη φράση: «επήγα σον πνευματικό…ν».


Τ’ Αε-Πνευμάτ’ ή τ’ Α-Πνεμάτ’ ή τα’ Αε-Πνεύματονος

Στον Πόντο, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος δεν κοιμόντουσαν, για να μη γίνουν υπνοσάκουλα. Επίσης δεν ανέβαιναν σε δέντρα, ούτε λούζονταν στη θάλασσα. Γιατί πίστευαν πως η μέρα αυτή έχει την κακή της ώρα.

Στις μέρες μας η ανάγκη για τη διάσωση της ψυχής μας είναι και το μεγάλο μήνυμα της Χριστιανικής αυτής γιορτής. Ο κάθε άνθρωπος επιβάλλεται να βοηθήσει με κάθε τρόπο τους αναξιοπαθούντες αδελφούς μας. Είναι μια πράξη αναγκαία και απαραίτητη μιας και το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί ακόμα και σ’ αυτό το Χριστιανικό του καθήκον… που λέγεται κοινωνική πρόνοια.


Του Αγίου Πνεύματος σα ταφία

Στον Πόντο πίστευαν πως οι ψυχές με την Ανάσταση του Χριστού γυρίζουν ανάμεσα στους ανθρώπους για πενήντα ημέρες. Ενώ την Πεντηκοστή, ημέρα του Αγίου Πνεύματος, οι ψυχές επιστρέφουν στον τόπο τους.

Λέγαν χαρακτηριστικά:

«Τα ψήα ας σην Λαμπρήν κ’ επεκεί λάσκουνταν πενήντα ημέρας και τ’ Αέ Πνευμάτ’ κλώσκουνταν ‘ς σα τόπια τουν. Εείνο την ημέρα τα ψήα τρώνε με τ’ εμάς. Πριχού να φεύ’νε σα τόπα τουν, φάισ’ατσε, σ’χωράσ’ατσε και δάνε πλαν. Αναπάεται η ψή α τουν… και τ’ εσόν πα»

Σε πολλά μέρη του Πόντου την ημέρα του Αγίου Πνεύματος τελούσαν το ταφικό έθιμο. Οι συγγενείς των νεκρών να στρώνουν τραπέζια στα νεκροταφεία του χωριού, γιατί πίστευαν, ότι θα γευματίσουν μαζί με τις ψυχές των νεκρών. σε ένα αποχαιρετιστήριο γεύμα:

«Τη Πνευμάτ’ πάμε ‘ς σα ταφία και τρώμε με τ’ αποθαμέντς εμουν. Τα ψήα τρώνε με τ’ εμάς και αέτς αναπάουνταν»

Τα μνήματα πλένονταν και αφού γινόντουσαν τα τρισάγια από τον ιερέα, κατόπιν έστρωναν τραπέζι. Προσφέροντας ποικιλία Ποντιακών εδεσμάτων και κερνώντας κρασί ή οποιοδήποτε άλλο ποτό… θα ήθελε ο μακαρίτης!

Φίλοι και συγγενείς μιλούσαν για το νεκρό, φέρνοντας στο μυαλό τους όσα πέρασαν μαζί του και ήταν σαν ο ίδιος να βρίσκεται ανάμεσα τους. Εάν μάλιστα ο νεκρός αγαπούσε το τραγούδι, φίλοι και συγγενείς τραγουδούσαν πάνω από τον τάφο, με τη συνοδεία της Ποντιακής λύρας.