Η Πόντια που ανακηρύχθηκε Αγία

Καταγωγή της ο αλησμόνητος Πόντος. Τόπος ασκήσεως της η Ιερά Μονή της Κλεισούρας. Το όνομα της γνωστότατο σε όλη την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Η Γερόντισσα Σοφία Χοτοκουρίδου ασκήτευσε στην Μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, τα χρόνια που δεν υπήρχε μοναστική αδελφότητα και οργανωμένη κοινοβιακή ζωή.

Οσία Σοφία η Χελιδόνα του Πόντου


Γερόντισσα Σοφία Χοτοκουρίδου

Η ασκήτρια της Κλεισούρας, η Γερόντισσα Σοφία Χοτοκουρίδου (το γένος Αμανατίου Σαουλίδου) γεννήθηκε το 1883 στο χωριό Σαρή Ποπά της επαρχίας Αρδάσης, του Νόμου Τραπεζούντας.

Το 1907 παντρεύεται τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη και το 1910 αποκτούν ένα τέκνο. Το 1912 το παιδί πέθανε και δύο χρόνια αργότερα οι Τούρκοι πήραν τον άντρα της, στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε. Έτσι, η νεαρή χήρα, το 1916, κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά με μεγάλη νηστεία.

Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή από Τσέτες. Η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.

Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα, κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία. Ζήτησε απ’ αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον Άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».


Η ασκητική ζωή της Γερόντισσας

Το 1923, την βρήκε ο ανηψιός της Ισαάκ στη Θεσσαλονίκη. Αναχωρεί με τους εναπομείναντες συγγενείς για την Αναρράχη Πτολεμαΐδος. Η Παναγία την καλεί στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα. Μετά από αμφιταλαντεύσεις της Σοφίας, αλλά και με θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας, τελικά εγκαθίσταται στην Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, στην Κλεισούρα.

Εκεί έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα

Έζησε ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως. Καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του. Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς και την πολύ υγρασία του τόπου.

Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. Της έδιναν καινούργια, όμως δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ᾿ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες.

Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, οπότε και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλη όμως την αλουσία, το κεφάλι της ευωδίαζε!

Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό,τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη.

Τα Σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».


Αγαθοεργίες της Γερόντισσας

Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. Όσοι την επισκέπτονταν, τους έψηνε καφέ.

Τα κοριτσάκια που μιλούσαν Βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα Ποντιακά της. Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν. Φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους.

«Η Παναΐα ‘κι θα χαντ’ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία) τις έλεγε

Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «Ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια. Κι αυτά, όταν η Αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.


Το θαύμα της Παναγίας

Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Κάποτε αρρώστησε βαριά από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, με αποτέλεσμα να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά ελεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο».

Έβαζε στουπιά η φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο.

Της είπε ο Αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις». Μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμά της. Για να δείξει στον κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.

Σε μαθήτρια της, η Γερόντισσα Σοφία είπε πως κατά την «εγχείρηση» ήταν μαζί η Αγία Κυριακή με την Αγία Παρασκευή. Και πως το σπαθί του Αρχαγγέλου ήταν ξύλινο.

Κάποιες φορές η Γερόντισσα έκανε αλλοπρόσαλλα πράγματα, για να μην αποκτήσει φήμη ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι, πολλοί την παρεξηγούσαν και την αποκαλούσαν «παλάλα», δηλαδή παλαβή.


Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974

Το 1981 πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή των λειψάνων της. Ενώ την παραμονή της γιορτής της Αναλήψεως, στις 14 Μαΐου 1998, είχαμε την εύρεση και επανακομιδή αυτών. Τα λείψανα της Γερόντισσας βρέθηκαν φυλαγμένα με ασφάλεια στο επάνω τμήμα του τάφου της. Πίσω από τον Ιερό Ναό του Τιμίου Προδρόμου. Μετά την ανακομιδή των λειψάνων, αυτά ευωδίαζαν βασιλικό! Και αυτή η ευωδία συνεχίζεται σαν μία λεπτή αύρα…

Όσο ζούσε, ήταν γνωστή μόνο στην Κλεισούρα και στη γειτονική περιοχή της Πτολεμαΐδας. Δεν είχε ενταχθεί σε κανέναν από τους εκκλησιαστικούς κύκλους που συνηθίζουν να διαφημίζουν τα ενάρετα μέλη τους. Μετά την κοίμηση της όμως, πολλοί ακούγοντας άλλους να διηγούνται τα θαύματα, τη διάκριση, τις συμβουλές και τη βοήθεια της Αγίας, κατάλαβαν ποιον θησαυρό είχαν δίπλα τους και δεν τον εκτίμησαν.

Οι προσευχές της ίσως να βοήθησαν και κάποιους απ᾿ αυτούς, χωρίς να το αντιληφθούν

Απλοί άνθρωποι διηγήθηκαν ονομαστικώς και ενυπογράφως, στον τοπικό Επίσκοπο, πολλές ιάσεις που έγιναν δια πρεσβειών της, πριν και μετά την οσιακή της κοίμηση. Και πώς πολλές φορές τους συμπαραστάθηκε ψυχικά.


Η ανακήρυξη της σε Αγία

Τον Ιούλιο του 2011 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ.κ.Βαρθολομαίος, μετά από εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστοριάς κ.κ.Σεραφείμ, ανακήρυξε επίσημα την γερόντισσα Σοφία ως Αγία και η Εκκλησία μας.

Ενέταξε την Οσία Σοφία της Κλεισούρας στο Αγιολόγιο της εκκλησίας μας, τιμώντας την κάθε χρόνο στις 6 Μαΐου, ημέρα της κοιμήσεως της.

Οσία Σοφία η εν Κλεισούρα ασκήσασα

Τα ιερά λείψανα της Οσίας Σοφίας, φυλάσσονται στη Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας. Όπου πλήθος κόσμου συρρέει καθημερινά για να αποτίσει φόρο τιμής στην ασκήτρια της Κλεισούρας.


Ιερά Μονή Κλεισούρας

Η Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας, όπου ασκήτευσε η Γερόντισσα Σοφία, βρίσκεται σε υψόμετρο 970 μέτρα. Κάτω από το χωριό Κλεισούρα, στα όρια των νομών Καστοριάς και Φλώρινας. Απέχει 35 χιλιόμετρα από την Καστοριά, 70 χιλιόμετρα από την Φλώρινα και 22 χιλιόμετρα από την Πτολεμαΐδα.

Ιδρύθηκε περίπου το 1314 από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο Νεόφυτο. Ενώ ανακαινίστηκε το 1813 από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο της Μονής Ιβήρων, του Αγίου Όρους Ησαΐα Πίστα, μετά από όραμα της Παναγίας.

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, η Μονή φιλοξένησε και περιέθαλψε πολλούς Μακεδονομάχους με πρώτο τον Παύλο Μελά. Αλλά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, υπήρξε κρησφύγετο όλων ταλαιπωρημένων από τους Γερμανούς κατοίκων της περιοχής.

Στα χρόνια που στη Μονή δεν υπήρχε μοναστική αδελφότητα και οργανωμένη κοινοβιακή ζωή, ασκήτευσε η γερόντισσα Σοφία που καταγόταν από τον Πόντο. Ήρθε νέα και δούλευε πολύ ως τα βαθιά γεράματα της και την αγαπούσε όλο το χωριό.