Ποντιακά Κάλαντα Χριστουγέννων

Τα Ποντιακά κάλαντα Χριστουγέννων συνοδεύονταν από την πατροπαράδοτη Ποντιακή λύρα. Τα έψελναν μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες, τη παραμονή ή ανήμερα των Χριστουγέννων, κυρίως μετά τη δύση του ήλιου.

Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον…


Οι καλαντάδες

Οι καλαντάδες επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού παρέα με τους Μωμόγερους, αψηφώντας το τσουχτερό κρύο. Ψάλλοντας τα κάλαντα, θύμιζαν στους συγχωριανούς τη γένεση του Θεανθρώπου.

Στα χωριά του ορεινού Πόντου τα κάλαντα τα έλεγαν και την ημέρα. Καθώς οι καιρικές συνθήκες συχνά ήταν απαγορευτικές για έξοδο τη νύχτα.

Εκτός από τη συνοδεία της Ποντιακής λύρας, φρόντιζαν να φέρουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι. Φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι, για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως τα καραβάκια τα φώτιζαν με κεριά. Ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο, εν είδει συναγωνισμού.

Προτού αρχίσουν να ψάλλουν, ένας από την παρέα των καλαντάδων έλεγε τον πολυχρονισμό. Αρχίζοντας από τον αρχηγό της οικογένειας και τελειώνοντας στο πιο μικρό παιδί, ακόμα και στους ξενιτεμένους:

«Ο Θεός να πολυχρονίζ’ τον κύριο τάδε…» και στη συνέχεια έψαλλαν τα κάλαντα…

Οι νοικοκυραίοι αντί για λεφτά τους έδιναν ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και διάφορα γλυκά.


Ποντιακά Κάλαντα Χριστουγέννων

Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον
χα, καλή ώρα, καλή σ’ ημέρα
Χα, καλόν παιδίν οψές γεννέθεν
οψές γεννέθεν, το βράδ’ αργάτε.

Το εγέννεσεν η Παναΐα
Το ανάθρεψεν αεί Παρθένος.
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι
εκατήβεν σο σταυροδρόμι.

Έπιασαν άτό’ οι σκύλ’ Εβραίοι
χίλ’ Εβραίοι και μίλ’ Εβραίοι.
Ασ’ σα κρέντικα κι άσ’ στην καρδίαν
γαίμα έσταξεν, χολήν κι εφάνη.
γαίμα έσταξε, εμυροστάθεν.

Εμυρίστεν ατ’ ο κόσμον όλον
για μυρίστ’ άτό και σύ αφέντα.
Σύ αφέντα, καλέ μ’ αφέντα
έμπα σο νουντάν κι ελά σην πόρταν.

Φέρ ουβάς και λεφτοκάρυα.
Κι αν ανοί’ς μας χαρά σην πόρτα’ς.
Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν.


Η ζωή του Χριστού στα Ποντιακά κάλαντα

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα Χριστουγεννιάτικα Ποντιακά κάλαντα, που εξιστορούν τη ζωή του Χριστού, μέχρι τα Πάθη και τη Σταύρωση. Στα Ποντιακά κάλαντα εμφανίζεται μια συγκινησιακή ιδιορρυθμία και ιδιοτυπία, συνδυασμένη με τα στοιχεία της χαράς και του δράματος.

Από το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά μόνο στη χαρμόσυνη είδηση της Γέννησης του Χριστού, αλλά και στα Πάθη και στην Ανάσταση Του.

Έρπαξαν Ατόν οι χιλ’ Εβραίοι
οι σκύλ’ Εβραίοι και μύρ’ Εβραίοι

Ασ’ ακρεντικά κι ασ’ήν καρδίαν,
αίμαν έσταξεν, χολήν κ’ εφάνθεν,
ούμπαν έσταξεν, και μύρος έτον,
μύρος έτον και μυρωδία!

Για τους σκλαβωμένους τότε ψυχικά ταλαιπωρημένους Πόντιους, η Γέννηση του Χριστού αποτελούσε φωτεινή ελπίδα.

Ελπίδα για την απελευθέρωση τους από τη δουλεία, οι οποίοι την υπέμειναν δίχως να χάνουν την πίστη τους για Ανάσταση και Εθνική ελευθερία. Η οποία ήταν πολύτιμη γι’ αυτούς σαν το Ιερό Αίμα του Χριστού. Ταυτίζοντας την πορεία τους, με εκείνη του Σωτήρα Χριστού, που σταυρώθηκε για τη σωτηρία τους.