Ο Πόντος στον πόλεμο 1914 – 1918


Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τους Έλληνες στον Πόντο σε μία ιδιόμορφη κατάσταση. Καθώς από τη μία πλευρά είχαν διατηρήσει σημαντικό μέρος της ισχύος τους. Από την άλλη η πολιτική των Νεότουρκων έδειχνε ξεκάθαρα πως το μέλλον ήταν δυσοίωνο.

Η κατάσταση στον Πόντο, έως το τέλος του πολέμου…


Βιαιοπραγίες – Λεηλασίες

Η δυνατότητα προσωρινής απαλλαγής από την επιστράτευση αποτέλεσε για μία ακόμη φορά ένα μέσο οικονομικής αφαίμαξης των Ελλήνων. Παράλληλα, άρχισε να δημιουργείται ένα κλίμα τρομοκράτησης των Ελλήνων με επιθέσεις, βιαιοπραγίες και δολοφονίες, οι οποίες πραγματοποιούνταν από σώματα εθελοντών Τσετών. Συνήθως απελευθερωμένων ποινικών κρατουμένων, που συγκροτήθηκαν αμέσως μετά την έκρηξη τού πολέμου.

Με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1914, η κατάσταση επιδεινώθηκε όχι μόνο με την αύξηση της τρομοκράτησης, αλλά και με την λεηλασία Ελληνικών περιουσιών. Με αφορμή τις επιτάξεις, την ολοκληρωτική εφαρμογή τού αποκλεισμού, την επιβολή νέων φόρων, εισφορών υπέρ τού στρατού κ.ά. Έτσι, μέχρι το τέλος τού πολέμου, ελάχιστοι Έλληνες έμποροι επιβίωσαν οικονομικά.


Ανατολικός Πόντος

Περισσότερο, στην αρχή τού πολέμου, υπέφερε από τις Οθωμανορωσικές συγκρούσεις ο Ανατολικός Πόντος, καθώς αποτέλεσε ένα από τα μέτωπα του πολέμου. Τα Οθωμανικά στρατεύματα που στρατοπέδευσαν εκεί, προέβησαν σε ποικίλες αυθαιρεσίες κατά των Ελληνικών χωριών των συνόρων, τα οποία είχαν να αντιμετωπίσουν και τα δεινά τού κυρίως πολέμου. Τα χωριά αυτά μάλιστα, μετά την ήττα τού Οθωμανικού στρατού, τον Ιανουάριο του 1915, δέχθηκαν επιθέσεις και λεηλατήθηκαν από Οθωμανούς στρατιώτες και από ομάδες Τσετών.

Αλλά και οι παράλιες πόλεις της περιοχής, κυρίως η Τραπεζούντα και η Τρίπολη, δέχθηκαν βομβαρδισμούς από Ρωσικά πλοία με την έναρξη τού πολέμου.

Οι Νεότουρκοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν και τις συντριπτικές ήττες στον Καύκασο, τις απέδωσαν στην στάση των Ελλήνων και των Αρμενίων. Έτσι, οι Έλληνες στρατιώτες δεν τοποθετούνταν σε ένοπλα σώματα τού Οθωμανικού στρατού, αλλά στα γνωστά τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), που είχαν δημιουργηθεί τον Σεπτέμβριο τού 1914. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην φυγοστρατία ή στην λιποταξία ακόμη περισσότερους Έλληνες. Οι οποίοι κατέφυγαν περισσότερο στα βουνά τού Πόντου, αφού η φυγή στην Ρωσία ήταν δύσκολη και σχημάτισαν τα πρώτα αντάρτικα σώματα.


Δυτικός Πόντος

Στον Δυτικό Πόντο, τον Σεπτέμβριο του 1915 πραγματοποιήθηκε εκτοπισμός οικογενειών φυγόστρατων και λιποτακτών, χωρίς όμως να λάβει ιδιαίτερη έκταση. Φαινόταν ότι το καθεστώς σκλήραινε την στάση του με νέες επιτάξεις, βαριές φορολογίες και εξισλαμισμούς ορφανών Ελληνόπουλων.

Την ίδια περίοδο όμως άρχισαν να κάνουν πιο αισθητή την παρουσία τους κάποιες Ελληνικές ανταρτικές ομάδες. Όπως αυτή τού καπετάνιου Βασιλείου Ανθόπουλου (Βασίλ Αγά ή Βασιλούστα) που κατάφερε στην Σεβάστεια να απελευθερώσει έναν Ρώσο στρατηγό.

Στις αρχές τού 1916, η κατάσταση στο μέτωπο του Καυκάσου άλλαξε, καθώς οι Ρώσοι με οργανωμένη επίθεση κατάφεραν να κάμψουν την αντίσταση του Οθωμανικού στρατού και να προελάσουν στον Ανατολικό Πόντο, όπου οι Έλληνες τους υποδέχονταν σαν ελευθερωτές.

Τα Οθωμανικά στρατεύματα όμως, κατά την υποχώρησή τους προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες Ελληνικών χωριών, φόνους και εκτοπισμό Ελλήνων. Η Ρωσική προέλαση στις αρχές Απριλίου έφτασε στην Τραπεζούντα και στη συνέχεια οι Ρώσοι κατέλαβαν την πόλη χωρίς αντίσταση. Την διοίκηση της οποίας είχε παραδώσει ο βαλής Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμή στον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, λέγοντας την περιβόητη φράση…

«Από εσάς την πήραμε και σε εσάς την παραδίδουμε»


Η προέλαση των Ρώσων

Οι Ρώσοι έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό από τούς Έλληνες, πολλοί από τούς οποίους πίστεψαν ότι ο Οθωμανικός ζυγός είχε λήξει οριστικά. Η Ρωσική προέλαση σταμάτησε στο τέλος Ιουλίου κοντά στην Τρίπολη, περίπου στα όρια των περιοχών που είχαν συμφωνηθεί να δοθούν στην Ρωσία με τη μυστική «Συμφωνία των Σάικς-Πικώ» (Απρίλιος 1916). Απογοητεύοντας τους Έλληνες του Δυτικού Πόντου που ήλπιζαν και αυτοί σε κατάληψη της περιοχής τους από τον Ρωσικό στρατό.

Ωστόσο, ορισμένοι καπετάνιοι ανταρτικών ομάδων από τον Δυτικό Πόντο ήρθαν σε επαφή το καλοκαίρι τού 1916 με Ρώσους αξιωματικούς προκειμένου να τούς πείσουν να προελάσουν. Διαβεβαιώνοντάς τους για τη βοήθεια που θα τούς πρόσφεραν. Εκτός όμως κάποιας ενίσχυσης με όπλα και πολεμοφόδια, δεν πέτυχαν τίποτε περισσότερο, αφού το όριο τής προέλασης ήταν αποφασισμένο.

Ας σημειωθεί ότι αυτές οι Πόντιοι αντάρτες είχαν φτάσει σε τέτοιοι σημείο ισχύος ώστε είχαν πετύχει νίκες κατά τού Οθωμανικού στρατού. Όπως η ομάδα του Έλληνα καπετάνιου «Αντών Πασά» τον Απρίλιο τού 1916.

Η προέλαση τού Ρωσικού στρατού έδωσε την αφορμή στο νεοτουρκικό καθεστώς να εκτοπίσει οργανωμένα και μαζικά τούς Ελληνικούς πληθυσμούς τού Δυτικού Πόντου. Η τακτική εξόντωσης ήταν διαφορετική από αυτήν που εφάρμοσαν κατά των Αρμενίων, πιθανόν για να μην προκαλέσουν την Ελλάδα.


Εκτοπισμοί – Λευκός θάνατος

Η εξόντωση πραγματοποιείτο όχι τόσο άμεσα με εκτελέσεις και σκηνοθετημένες επιθέσεις ατάκτων Μουσουλμάνων, αλλά με έμμεσο τρόπο μέσω του «λευκού θανάτου». Δηλαδή την υποβολή τους σε μακρές πορείες υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες, με σκοπό τον θάνατό τους.

Οι εκτοπισμοί των Ελλήνων ξεκίνησαν οργανωμένα τον Νοέμβριο τού 1916 από την Τρίπολη και συνοδεύτηκαν από λεηλασίες Ελληνικών περιουσιών. Σύντομα οι διωγμοί επεκτάθηκαν στις περιοχές των μητροπόλεων Κολωνίας και Χαλδίας και στο τέλος του χρόνου στην περιοχή της Αμισού – Σαμψούντας.

Οι μόνες περιοχές που δεν υπέστησαν εκτεταμένο εκτοπισμό ήταν αυτές τού εσωτερικού Πόντου

Στην περιοχή τής Αμισού και τής Πάφρας σώθηκαν μόνο τα χωριά που προστατεύονταν από τούς αντάρτες. Οι ομάδες των οποίων ενισχύθηκαν από νέους που κατέφυγαν στα βουνά.

Το επόμενο διάστημα, μάλιστα, έλαβε χώρα σειρά συγκρούσεων μεταξύ Οθωμανικού στρατού και ανταρτών, σε αρκετές από τις οποίες επικράτησαν οι αντάρτες. Τελικά όμως, μετά και την δολοφονία του «Αντών πασά» τον Αύγουστο τού 1917 και πολύ περισσότερο με την παύση της βοήθειας από τον Ρωσικό στρατό λόγω της Μπολσεβικικής Επανάστασης, το αντάρτικο αποδυναμώθηκε.


Μητροπολίτης Χρύσανθος

Στον ανατολικό Πόντο οι σχέσεις Ελλήνων και Ρώσων ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τής Ρωσικής παρουσίας αρκετά καλές, με μικρά μόνο κατά καιρούς προβλήματα. Όπως και πολλοί άλλοι στον Πόντο, ο Μητροπολίτης Χρύσανθος, που έχαιρε τής εκτίμησης των Ρώσων, τασσόταν υπέρ τής Ρωσικής παρουσίας, καθώς πίστευε ότι μέσω των εξελίξεων αυτών ο Πόντος θα έλυνε το εθνικό του πρόβλημα με κάποια μορφή αυτοδιάθεσης.

Οι Έλληνες με επικεφαλής τον Χρύσανθο, ακολούθησαν μία μετριοπαθή πολιτική έναντι των εκεί Μουσουλμάνων, παρά τις διώξεις των Ελλήνων στον δυτικό Πόντο. Δεν ήταν δε λίγες οι φορές που ο Χρύσανθος προστάτεψε τούς Μουσουλμάνους από Αρμένιους στρατιώτες του Ρωσικού στρατού. Η ήπια στάση του, οδήγησε πολλούς Μουσουλμάνους πρόσφυγες στην επιστροφή τους στην περιοχή τής Τραπεζούντας.

Ο Χρύσανθος ακολούθησε αυτή την πολιτική γνωρίζοντας το αβέβαιο των εξελίξεων, καθώς ήταν πιθανό να επανέλθει ο Οθωμανικός στρατός, και εκτιμώντας πως σε περίπτωση δίωξης των Μουσουλμάνων οι Νεότουρκοι τού δυτικού Πόντου θα απαντούσαν με πολλαπλάσια αντίμετρα. Γι’ αυτό και ο Χρύσανθος απέτρεψε τούς Έλληνες μουσουλμάνους τού Όφεως (που υπολογίζονταν σε 200.000) να αποκαλύψουν την αληθινή Χριστιανική τους πίστη, συστήνοντας τους να το κάνουν όταν τελειώσει ο πόλεμος.

Την κατάσταση στον Ρωσοκρατούμενο Πόντο ανέτρεψε η Φεβρουριανή Επανάσταση και πολύ περισσότερο η Οκτωβριανή. Η πρώτη αποτέλεσε το έναυσμα για εθνικές διεκδικήσεις των λαών τής Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Η προσωρινή κυβέρνηση όμως που προέκυψε από αυτήν, αναγνώρισε αυτό το δικαίωμα μόνο στα «μεγάλα» έθνη της Αυτοκρατορίας. Ενώ διεμήνυε ότι δεν θα διεκδικούσε την προσάρτηση των νεοαποκτηθέντων περιοχών όπως ο Πόντος.

Μολαταύτα, στο τέλος Μαΐου τού 1917 υπήρξε πρόταση από Ρώσους αξιωματικούς «αποικίας» για τους Έλληνες, που θα εκτεινόταν από τα Σούρμενα έως την Πάφρα, χωρίς όμως να υπάρξει έγκρισή της από την Ρωσική ηγεσία. Προς αυτή την κατεύθυνση προσπάθησε να κινηθεί και ο Χρύσανθος, διαβλέποντας την αποχώρηση των Ρώσων. Χωρίς όμως επιτυχία παρά την έγκριση των ενεργειών του και από την Ελληνική κυβέρνηση.


Ανεξαρτησία του Πόντου

Οι Έλληνες της Ρωσίας που πραγματοποίησαν το καλοκαίρι τού 1917 συνέδριο στο Ταϊγάνιο, δεν έλαβαν κάποια απόφαση για διεκδίκηση ανεξαρτησίας ή αυτονομίας τού Ρωσοκρατούμενου Πόντου. Αλλά ασχολήθηκαν περισσότερο με την θέση τους μέσα στην Ρωσία.

Η σημαντικότερη κίνηση αυτοδιάθεσης, η οποία είχε και συνέχεια μετά τον πόλεμο, ήταν αυτή που εκδηλώθηκε από τον Κ. Κωνσταντινίδη στο Παρίσι τον Οκτώβριο τού 1917.

Με την οποία διεκδικούσε (αν και αρκετά θεωρητικά) για πρώτη φορά την ανεξαρτησία του Πόντου. Οι εξελίξεις όμως στον Ανατολικό Πόντο μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων κατέτειναν στην αντίθετη ακριβώς προοπτική. Της επανόδου δηλαδή τής Οθωμανικής εξουσίας στη περιοχή, αφού οι Μπολσεβίκοι είχαν δηλώσει ότι θα αποχωρούσαν από τα κατακτημένα εδάφη και ο Ρωσικός στρατός βρισκόταν υπό διάλυση.

Η προσπάθεια τού Προσωρινού Επιτροπάτου τής Υπερκαυκασίας (στο οποίο συμμετείχαν η Γεωργία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊζάν) να αμυνθεί στην αναμενόμενη Οθωμανική προέλαση δημιουργώντας εθνικές μεραρχίες περιλαμβανομένης και Ελληνικής, δεν είχε επιτυχία.

Από την Ελληνική Μεραρχία επανδρώθηκαν μόνο 3 λόχοι, οι οποίοι έπειτα από περιορισμένη δράση διαλύθηκαν σταδιακά. Φανερώνοντας την αδυναμία των Ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου να λειτουργήσουν συλλογικά. Και πολύ περισσότερο την αδυναμία δημιουργίας Ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων από τις Ρωσικές περιοχές, τα οποία θα βοηθούσαν στην απελευθέρωση τού Πόντου. Όπως προτείνονταν κατά καιρούς στα διάφορα σχέδια που εκπονούσαν για την απελευθέρωσή του.

Οι Έλληνες τής Τραπεζούντας από την πλευρά τους προσπάθησαν να οργανωθούν στρατιωτικά πολύ αργά, αφού ήδη ο Οθωμανικός στρατός είχε ξεκινήσει την προέλασή του στις αρχές τού Δεκεμβρίου τού 1917.

Πριν από την έλευση τού Οθωμανικού στρατού προηγούνταν πάντοτε οι Τσέτες οι οποίοι μαζί με μέρος των μουσουλμάνων τής κάθε περιοχής προχωρούσαν σε εκτεταμένες λεηλασίες των Ελληνικών περιουσιών, τρομοκράτηση των Ελλήνων, βιαιοπραγίες, ληστείες και καταστροφές.


Προέλαση των Τούρκων

Όταν στο τέλος του Ιανουαρίου του 1918 η όποια Ρωσική αντίσταση στο μέτωπο τού Πόντου κατέρρευσε, ο Οθωμανικός στρατός στις 10 Φεβρουαρίου 1918 κατέλαβε την Τραπεζούντα με «200 ρακένδυτους στρατιώτες». Οι οποίοι προέβησαν σε λεηλασίες Ελληνικών περιουσιών.

Η αποχώρηση των Ρώσων και η έλευση και πάλι της νεοτουρκικής κυριαρχίας προκάλεσαν μεγάλη φυγή Ελλήνων προς τη Ρωσία, ο αριθμός των οποίων έφτασε τους 85.000.

Με την συνθήκη του «Μπρεστ – Λιτόβσκ», τον Μάρτιο του 1918, το Καρς, το Αρνταχάν και το Βατούμ παραχωρήθηκαν στους Τούρκους

Η προέλασή τους συνεχίστηκε έως τον Ιούνιο καταλαμβάνοντας το Καρς, το μεγαλύτερο μέρος τής Αρμενίας και τού Αζερμπαϊτζάν και μικρό μέρος τής Γεωργίας. Οι περισσότεροι από τούς Έλληνες του Καρς έφυγαν πριν έρθουν οι Τούρκοι και κατευθύνθηκαν προς το Βατούμ. Έπειτα από συγκρούσεις και μεγάλη ταλαιπωρία κατάφεραν οι περισσότεροι από αυτούς να καταφύγουν στην Ελλάδα το 1920.

Η κατάσταση στον Πόντο έως το τέλος του πολέμου παρέμεινε σχεδόν ως είχε χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές, με τις διώξεις των Ελλήνων να συνεχίζονται. Η ανακωχή του Μούδρου τον Οκτώβριο του 1918 βρήκε τον Ποντιακό Ελληνισμό σε σημαντικό ποσοστό εκτοπισμένο. Με μεγάλες πληθυσμιακές απώλειες και οικονομικά κατεστραμμένο.



Πηγή: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ – Τεύχος 13 – «Η σφαγή των Ποντίων, ένοχοι και συνένοχοι»